Οι δικοί μου Χάνσελ και Γκρέτελ

Κάπως έτσι ακούγεται στα δικά μου αυτιά το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ, ένα παραμύθι-ύμνος στην αδελφική αγάπη, στα ζαχαρωτά και σε τίποτα άλλο, που όλα τα νήπια θα πρέπει να ξέρουν…

«Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ μεγαλώνουν με την οικογένεια τους σε ένα σπίτι στο δάσος με πολλή αγάπη και λίγο φαγητό- όμως αυτό καθόλου δεν τους πειράζει γιατί είναι και οι δύο μίζεροι στο φαγητό και τους αρέσει που δεν τους κυνηγάνε κάθε λίγο και λιγάκι με το κουτάλι να φάνε. Μια μέρα, οι γονείς τους αποφασίζουν να αφήσουν τα παιδιά μόνα τους στο δάσος προς αναζήτηση καλύτερης τύχης αλλά και για να κάνουν bonding γιατί στο σπίτι όλο τσακώνονται. Τα παιδιά είναι πολύ χαρούμενα που επιτέλους δεν θα χρειάζεται να τρώνε τίποτα, που δεν θα πρέπει να τακτοποιούν τα παιχνίδια τους κάθε βράδυ αλλά και που θα ζουν μόνα τους γιατί είχαν αρχίσει να τους την σπάνε οι γονείς τους.

Όταν, περιπλανώμενοι για ώρες μέσα στο δάσος, φτάνουν σ’ ένα σπίτι φτιαγμένο από γλυκά και ζαχαρωτά, ξενερώνουν απίστευτα γιατί είναι πιο πολύ του αλμυρού αλλά τελικά δοκιμάζουν μια λιχουδιά από το φράκτη ανόρεκτα. Τότε, η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, μια γριά που πίστευε για τον εαυτό της ότι ήταν μάγισσα (αλλά απλώς είχε μακριά γκρίζα μαλλιά, μεγάλη μύτη, παλιόρουχα και σκουπόξυλο, εντάξει και καλύβα από ζαχαρωτά, σιγά) τους τιμωρεί επειδή υπάρχει νόμος που δεν επιτρέπει να τρώει κανείς το σπίτι ή μέρος του σπιτιού του άλλου. Κλειδώνει, λοιπόν, τον Χάνσελ σε ένα κλουβί και κάνει τη Γκρέτελ υπηρέτριά της. Το σχέδιο της γριάς που μοιάζει με μάγισσα- αλλά δεν είναι μάγισσα γιατί δεν υπάρχουν μάγισσες, όλοι το ξέρουν αυτό- είναι να παχύνει τον Χάνσελ για να γίνει θρεφτάρι και μετά να φάει και τους δύο μαζί γιατί είχε για γκουρού της τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο Χάνσελ δεν καταφέρνει να παχύνει ποτέ γιατί έχει ταινία ενώ η Γκρέτελ προσπαθεί απεγνωσμένα να σκεφτεί ένα σχέδιο απόδρασης.

Μια μέρα λοιπόν, η κακιά μάγισσα που δεν είναι μάγισσα γιατί δεν υπάρχουν μάγισσες αλλά μόνο ανθρωποφάγοι, αποφασίζει ότι ήρθε η στιγμή που θα κάνει το μεγάλο φαγοπότι. Βάζει τη Γκρέτελ να της φτιάξει και μια πίτα γιατί σκέτο κρέας θα τη έγκωνε αλλά την ώρα που προσπαθεί να παγιδέψει τη μικρή για να την κλείσει μέσα στο φούρνο, η Γκρέτελ σκέφτεται πιο γρήγορα και σπρώχνει πρώτη τη γριά στο φούρνο! Τρέχει λοιπόν και ελευθερώνει τον αδερφό της και παίρνοντας τους θησαυρούς της γριάς από τη ζαχαρένια καλύβα γυρνάνε σφαίρα στο σπίτι τους που αυτή τη φορά το βρίσκουν εύκολα, γιατί έτσι. Οι γονείς τους που είχαν στο μεταξύ μετανιώσει –τι να έκαναν οι άνθρωποι, πείναγαν- αλλά όχι ότι είχαν ξεχυθεί και στο δάσος να τους ψάχνουν, υποδέχτηκαν τους θησαυρούς με ανοιχτές αγκάλες, ιδίως όταν είδαν ότι πίσω από τα σακούλια κρύβονταν τα παιδιά τους. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ πέφτουν ανακουφισμένοι στις αγκαλιές των γονιών τους και τους υπόσχονται πως δεν θα τους καταδώσουν στην Πρόνοια με τον όρο ότι δεν θα ξαναμαζέψουν ποτέ τα παιχνίδια τους και ότι αν φτιάξουν καινούριο σπίτι θα είναι μόνο από πίτσα και τηγανιτές πατάτες. Στη χειρότερη, από τοστ. Αν έζησαν, τώρα, αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, θα σας γελάσω.»

Σύνδεση του μύθου με την πραγματικότητα: Ναι, μπορεί να έχεις συλλάβει τη μαμά να τρώει κρυφά πατατάκια στην τουαλέτα για να μην τη δεις, αλλά το έκανε μόνο και μόνο γιατί ήθελε να σε αποτρέψει από το να φας περιττό αλάτι, άδειες θερμίδες και τρανς λιπαρά. Και, όχι, ούτε κατά διάνοια, δεν της πέρασε από το μυαλό να σε στείλει στο δάσος, για να έχει όλα τα πατατάκια δικά της. Μόνο στο δίπλα δωμάτιο.

Advertisements

Έλα να παίξουμε

Μπαίνεις στο σπίτι της ξαδέρφης σου. Ένας ολόκληρος κόσμος από καινούρια, άπαιχτα παιχνίδια απλώνεται στα πόδια σου. Μια σειρά από αδηφάγες σκέψεις σε κατακλύζουν.

  1. Τι πάει να πει δεν είναι δικό μου, να της το δώσω επειδή κλαίει; Εγώ το βρήκα πρώτος, δικό μου είναι. Είναι ζούγκλα εκεί έξω.
  2. Έστω ότι δεν πρόλαβα να πάρω το παιχνίδι πρώτος και το παίζει τώρα αυτή. Της το παίρνω. Πρώτον, το έπαιζε λάθος. Δεύτερον, είμαι μεγαλύτερος. Τρίτον, είναι ζούγκλα εκεί έξω.
  3. Έστω ότι παίζω ήδη με ένα παιχνίδι και η ξαδέλφη μου πάει να πάρει κάποιο άλλο. Νομίζω ότι οι κανόνες ευγενείας επιτάσσουν να έχω στη διάθεσή μου όλα τα παιχνίδια της, τα παίζω δεν τα παίζω, μόνο και μόνο επειδή είμαι φιλοξενούμενος. Και για να έχω επιλογές.
  4. Τι πάει να πει ότι δεν μπορεί να φύγει από το ίδιο της το σπίτι; Θέλω να έχω άπειρες επιλογές και συνδυασμούς παιχνιδιών και να μην νιώθω ανά πάσα στιγμή την απειλή ότι κάποιος μπορεί να μου τα πάρει.
  5. Όχι, να μην πάει στο μέσα δωμάτιο. Από εκεί μπορεί να βγει και να μου τα πάρει- αγχώνομαι.
  6. Άλλαξα γνώμη. Βαριέμαι μόνος μου. Τώρα θέλω να κάθεται αυτή στον καναπέ ακίνητη και να με κοιτάει που παίζω με τα παιχνίδια της. Θέλω να βλέπω ότι με βλέπει που παίζω. Με τα παιχνίδια ΤΗΣ.
  7. Δεν είμαι καθόλου ανταγωνιστικός. ΑΥΤΗ έχει ΚΑΛΥΤΕΡΑ παιχνίδια.
  8. Να παίξουμε μαζί; Θα μπορούσε να είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο αν δεν σήκωνε μήνυση.
  9. Τι σημαίνει ότι πρέπει να κάνω ότι μου λέτε μόνο και μόνο επειδή κλαίει κάποιος; Δεχόμαστε τελικά ότι το κλάμα είναι μέσο άσκησης πίεσης;
  10. Αφού το δεχόμαστε, υπενθυμίζω: το κλάμα είναι επιχείρημα όταν κλαίω ΕΓΩ και διατάραξη κοινής ησυχίας όταν κλαίει οποιοσδήποτε ΑΛΛΟΣ.
  11. Κουράστηκα. Θέλω να φύγουμε. Σιγά τα παιχνίδια…

Με τέτοια που χω ψυχολογία

Να, εδώ, μωρέ… μου κόψανε τις πιπίλες. Ακολουθεί περιγραφή των σταδίων που πέρασα κι ακόμα περνάω. Αισθανθείτε ελεύθεροι να με λυπηθείτε όσο θέλετε.

Στιγμή μηδέν: Βάζεις τις πιπίλες σ’ έναν φάκελο και τις αφήνεις στο μπαλκόνι, να τις πάρει η Νεράιδα των Πιπίλων (WTF!) και να σου αφήσει ένα δώρο. Μπαίνεις στο σπίτι.

Μετά από ένα 5λεπτο: Ξαναβγαίνεις στο μπαλκόνι, βρίσκεις το δώρο, μπαίνεις μέσα, το παίζεις.

Μετά από ένα τέταρτο: Έπαιξες με το καινούριο παιχνίδι, ΠΟΥ είναι τώρα οι πιπίλες ΣΟΥ;;; Παίρνεις χαμπάρι ότι δεν ήθελαν απλώς να σου πάρουν τις πιπίλες. Ήθελαν να το παρουσιάσουν ότι ήταν δική σου απόφαση. Να σε κάνουν συνεργό. Ήταν παγίδα. Γίνεσαι ενοχικός.

Μετά από μια ώρα: Έχεις φάει ήδη τρία σοκολατάκια, πήγες δύο φορές στις κούνιες και γύρισες και φυσικά βλέπεις Μικρό Νικόλα στον υπολογιστή: σου λείπουν αφόρητα. Θυμώνεις. Θυμώνεις μια κουβέντα είναι. Γυρίζει το μάτι σου.

Μεσημέρι: Είσαι στο στάδιο της άρνησης. Ψάχνεις κάτω από κρεβάτια, καναπέδες και χαλιά, μέσα σε συρτάρια, ψυγείο, κατάψυξη και πλυντήρια. Δεν κοιμάσαι ποτέ.

Μετά από μισή μέρα: Και, που είστε, γονείς, μην προσπαθείτε τόσο πολύ να μου αποσπάσετε την προσοχή. Η προσπάθεια σας κάνει μπαμ, είναι αναποτελεσματική –αν και όχι πάντα, βλέπε σοκολατάκια, 3 φορές βόλτα στις κούνιες, άπειρο Μικρό Νικόλα- και κυρίως μου θυμίζει απελπισμένα αυτό που μου λείπει.

Ώρα για βραδινό ύπνο: Συντετριμμένος.

Πρωί επόμενης μέρας: Ξυπνάς. Δεν ήταν ένα κακό όνειρο. Είσαι 24 ώρες χωρίς πιπίλα. Που να είναι τώρα;;; Κλαις. Κλαις μια κουβέντα είναι. Σπαράζεις.

Απόγευμα επόμενης μέρας: Ψιλοαρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι θα ζεις από εδώ και πέρα χωρίς πιπίλα. Καθώς για πρώτη φορά περνά από το μυαλό σου αυτό το ενδεχόμενο, πέφτεις στο πάτωμα και γίνεσαι κομμάτια.

Δυο μέρες μετά. Συμβιβάζεσαι με την ιδέα ότι δεν θα τις ξαναδείς και περνάς στο στάδιο του πένθους. Το αντιμετωπίζεις με την αξιοπρέπεια που αρμόζει στην περίσταση: κλαις μέχρι αηδίας.

Δυόμιση μέρες μετά: Παίρνει το αυτί σου διάλογο γονιών: «Πάντως δεν το έχει πάρει και πολύ βαριά…». «Κι εγώ νομίζω ότι σιγά σιγά θα το ξεπεράσει». Ξανακυλιέσαι στο πάτωμα, χτυπάς τις πόρτες, πέφτεις στους τοίχους, τους ρίχνεις ξύλο. Πλάκα σου κάνουν;

Τρεις μέρες μετά, πρωί: Όχι, πίστεψέ με, δεν είσαι καταθλιπτικός. Δεν έχεις κανένα λόγο να σηκωθείς από το κρεβάτι. Η κατάσταση σηκώνει κατάθλιψη.

Τέσσερις μέρες μετά: Κάθε μέρα που περνάει είναι μια ακόμα μέρα χωρίς πιπίλα. Αυτό μόνο.

Πέντε μέρες μετά: Σε πιάνουν κρίσεις πανικού, ξεσπάς αδικαιολόγητα σε υστερικό κλάμα, έχεις αγοραφοβία. Έγινε πια ψυχοσωματικό.

Έξι μέρες μετά: Δεν θα περάσει. Ποτέ δεν περνάει.

Μια εβδομάδα μετά: Μια μέρα με κάπως λιγότερα συμπτώματα στέρησης. Φοβάσαι όμως μήπως ξανακυλήσεις. Θα ξανακυλήσεις.

Εφτάμιση μέρες μετά: Σμπαράλια.

8 μέρες μετά: Ξεκινάς να καταθέτεις τα όπλα σου. Ζητάς τις πιπίλες 5-6 μόνο φορές την ημέρα, ξεψυχισμένα, χωρίς να επιμένεις. Συνεχίζεις με τις συνήθεις δραστηριότητές σου, χωρίς να ελπίζεις. Εντάξει ας πούμε ότι κέρδισες και κάτι. Έκοψες τον μεσημεριανό ύπνο. Και κοιμάσαι στις 12 το βράδυ.

9 μέρες μετά: Φοβάσαι ότι δεν θα ξανααγαπήσεις.

10 μέρες μετά: Μα από όλα περισσότερο αυτό που σε πειράζει είναι την απουσία τους πως πας να συνηθίσεις, πως πας να συνηθίσεις…

11 μέρες μετά: Κουρασμένος και ηττημένος. Αυτή τη φορά δεν έχασες μόνο τη  μάχη. Έχασες και τον πόλεμο.

Οι νύχτες, από εδώ και πέρα: Νύχτωσε νύχτα νύχτωσε και σκέπασέ με, νύχτωσε νύχτα νύχτωσε και παρηγόρησέ με…

Ακόμα πιο μετά: Θα περάσει. Πάντα περνάει…

Η ζωή πριν και μετά τα παιδιά

Αύριο είναι η γιορτή της γυναίκας. Λοιπόν, αυτό είναι το δώρο μου για τη μαμά μου παύλα γυναίκα: της επιτρέπω να γράψει για πρώτη φορά –μάλλον και τελευταία- στο μπλογκ μου, να εκφράσει τις σκέψεις της για την μητρότητα, που μέχρι στιγμής τις καταπνίγει για χάρη μου. Είμαι σίγουρος ότι έχει να πει μόνο τα καλύτερα. Όμως, σας προειδοποιώ, είναι σεντόνι…

Η ΖΩΗ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ: Πώς άλλαξε η μητρότητα τη σχέση μου με την τέχνη, το σουπερμάρκετ, το μπάνιο, τον ύπνο, το θέατρο και τη διαφωνία…

ΤΕΧΝΗ

Πριν: Θαυμάζεις τον Πικάσο, τον Πόλοκ, τον Μοντριάν. Πλέκεις το εγκώμιο της αφηρημένης τέχνης, μαλώνεις με τους άτεχνους που την αποκαλούν μουτζαλιές κι εξηγείς πόση ώρα, σκέψη και ταλέντο έχει επενδυθεί για να βγει αυτό το αποτέλεσμα.

Μετά: 1. Σου περνάει από το μυαλό ότι ο Πόλοκ μπορεί να είναι και υπερτιμημένος. 2. Σου περνάει από το μυαλό ότι ο γιος σου είναι ο νέος Πόλοκ. 3. Θες να στείλεις τις ζωγραφιές του παιδιού σου στο Όυράνιο Τόξο’ αλλά σου είναι κάπως δύσκολο να πακετάρεις τον καναπέ ή να σκανάρεις τον τοίχο. 4. Κατεβάζεις τη μουτζαλιά του Πικάσο από το ψυγείο, για να βάλεις τη μουτζαλιά της κόρης σου. 5. Ξέρεις πια ακριβώς πόση ώρα, σκέψη και ταλέντο έχει επενδυθεί για να βγει αυτό το αποτέλεσμα. 6. Όλα τα παραπάνω.

ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡΜΑΚΕΤ

Πριν: Η πιο άχαρη στιγμή της εβδομάδας. Πας μόνο εφόσον έχει τελειώσει και το τελευταίο σερβιετάκι ενώ το μόνο φαγώσιμο που έχει μείνει στην κουζίνα είναι το αλάτι. Παίρνεις άχρηστα υλικά που δεν θα φτιάξεις ποτέ γιατί βαριέσαι και γιατί ευτυχώς υπάρχει και το ντελίβερι, η πιο σημαντική ανακάλυψη μετά τον φούρνο μικροκυμάτων. Βλέπεις μάστερ σεφ για εξιλέωση.

Μετά:

Πας μόνη σου; Το κλάμπινγκ του διήμερου! Πιάνεις τον εαυτό σου να τραγουδάει Σαμπάνη. Μετά, το τζινγκλ με τις προσφορές και τους πόντους. Λίγο ακόμα και το  ‘παρακαλείται ο κάτοχος του γιώτα χι ΙΚΥ4356 όπως το μετακινήσει γιατί εμποδίζει την είσοδο’ σου ακούγεται σαν το καινούριο χιπ χοπ του Θηρίου.

Πας με το παιδί; Η δημιουργική απασχόληση του διήμερου! Αντί να παίζετε σπίτι με τα τουβλάκια και να μαθαίνετε χρώματα και σχήματα, του δείχνεις τα προϊόντα στα ράφια. Αν πιστεύεις ότι έτσι τον εισάγεις στον άκρατο καταναλωτισμό, να πάτε να ζήσετε στη Βόρεια Κορέα… Κι αν πάλι, στο τέλος, καταλήξετε με 8 μη οργανικές, πλήρως επεξεργασμένες και φουλ στα τρανς μπάρες σοκολάτα και 4 σακούλες πατατάκια, μην πτοείσαι. Το παιδί δεν μπορεί να ζει αποστειρωμένα. Κι αν μεθαύριο τα δοκιμάσει σε ένα πάρτι και του αρέσουν και σε κατηγορήσει που δεν του είχες δώσει να δοκιμάσει ποτέ και χάσει την πίστη του σε σένα;;; Αν είναι κάποιος να τον μυήσει στην ακόλαστη, ανθυγιεινή διατροφή, κάντο εσύ. Τώρα. Από τα 2.

ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ

Πριν: Το μπάνιο έχει τις σωστές τους διαστάσεις. Κάνεις ένα μπάνιο για να χαλαρώσεις. Γεμίζεις τη μπανιέρα με αιθέρια έλαια και περνάς  τουλάχιστον μισή ώρα ποιοτικού χρόνου με τον εαυτό σου υπό τον ζεν φωτισμό των κεριών… Και πάλι όμως κάτι σου φταίει. Τα κεριά δεν είναι ζεν αρκετά, η αρωματοθεραπεία σε κούρασε, η ροή και η πίεση του νερού δεν είναι ιδανική. Τέλειωσε και το 2 σε 1 σαμπουάν και τώρα πρέπει να χρησιμοποιήσεις και σαμπουάν και κοντίσιονερ. Και το αφρόλουτρο μυρίζει… αφρόλουτρο. Τσιτώνεις.

Μετά: Τρίβεις καλά το δέρμα σου να βγει και η τελευταία ρανίδα εμετού, ρυζάλευρου και κρέμας για σύγκαμα. Ναι, όχι απαραίτητα σε αυτή τη σειρά. Ναι, ιδίως πίσω από το αυτί. Κλείνεις τη βρύση 5 φορές και στήνεις αυτί να ακούσεις τι γίνεται στο υπόλοιπο σπίτι. Αν ακούσεις κλάματα, κούτες με παιχνίδια να αναποδογυρίζονται, παιδιά να μιλάνε στο κινητό με αγνώστους, ξανανοίγεις τη βρύση και συνεχίζεις. Αν δεν ακούσεις τίποτα, βγαίνεις από το μπάνιο με τις σαπουνάδες –χωρίς πετσέτα, μην χάνεις χρόνο- και τρέχεις στα δωμάτια να βρεις ή να μην βρεις σε τι κατάσταση βρίσκονται τα παιδιά. Τους βάζεις τις φωνές επειδή είναι ήσυχοι (-περνάς τέλεια μηνύματα!). Ξανατρέχεις στο μπάνιο. Επαναλαμβάνεις όσο χρειαστεί. Θα χρειαστεί. Μόλις τελειώσεις, γκουγκλάρεις τι επιπτώσεις έχει στα παιδιά να κυκλοφορούν οι γονείς τους γυμνοί –και ημίτρελοι- στο σπίτι. Σου βγάζει σελίδες με τσόντα. Μένεις με την απορία.

ΥΠΝΟΣ

Πριν: Κοιμάσαι 8ωρα. Σου λείπει όμως ο μεσημεριανός ύπνος. Και πολλές φορές ξυπνάς από φανταστικούς ήχους που νόμιζες ότι άκουγες. Και δεν είσαι ποτέ σίγουρη ότι έχεις το σωστό μαξιλάρι. Και ακόμα δεν έχεις αποφασίσει αν χρειάζεσαι το φως του διαδρόμου ανοιχτό ή ένα μικρό φωτάκι μπρίζας.

Μετά: Μπορείς να κοιμηθείς με όλους τους πιθανούς φωτισμούς, ακόμα και με λάμπα ανάκρισης μέσα στα μάτια σου. Δεν ξυπνάς ποτέ από ήχους που ενώ ακούς πραγματικά, δεν τους ακούς: διαπεραστικά κλάματα, μαμά, μπαμπά, ροχαλητά παιδιών από μπούκωμα ή αμαξοστοιχίες που μπήκαν στο σπίτι, παραμιλητά παιδιών από τριανταεννιάρια και μισό. Ντάξει εκεί μπορεί και να ξυπνήσεις. Δίνεις ντεπόν –το μισό πέφτει στα σεντόνια- και πριν δεις αν έδρασε, ξανακοιμάσαι. Δεν χρειάζεσαι μαξιλάρι. Σου λείπει ο 24ωρος ύπνος.

ΘΕΑΤΡΟ

Πριν: Πας σε υπόγεια. Βλέπεις το ‘Γάλα’. Βαράς τετράωρες παραστάσεις στη σειρά. Ξοδεύεις ώρες συζητώντας για το αν ο Κιμούλης έχει ή δεν έχει μανιέρα. Η φράση της Μπλανς ντι Μπουά «πάντοτε βασιζόμουνα στην καλοσύνη των ξένων» σου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Μισείς τον Στάνλεί Κοβάλσκι. Νιώθεις συντετριμμένη που δεν πρόλαβες να δεις την Παξινού στην Επίδαυρο.

Μετά: Δεν θα έβλεπες με τίποτα παράσταση με τον τίτλο Γάλα, ανεξάρτητα με το πόσο εμπλουτισμένο με ιχνοστοιχεία θα ήταν. Η φράση «Μαζεύονται τότε όλα τα ντενεκεδάκια και ζητωκραυγάζουν. Η Ντενεκεδούπολη είναι και πάλι ευτυχισμένη» σου φέρνει δάκρυα στα μάτια. Μισείς τον Λαδένιο. Κλαις και στον Μάικ τον Φασολάκη. Θεωρείς τον Αργύρη Αγγέλου τον Λευτέρη Βογιατζή της γενιά των τρίχρονων. Ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα δεις «Ντόρα» στην Επίδαυρο.

ΤΣΑΚΩΜΟΣ

Πριν: Έχει προκύψει σοβαρή διαφωνία στη δουλειά με συνεργάτη σου. Προσπαθείς με επιχειρήματα να εξηγήσεις τη θέση σου. Μιλάς με corporate ύφος, εφαρμόζεις τεχνικές διαχείρισης θυμού, καταλήγεις πως η λύση θα δοθεί μέσα από τη σύνθεση.

Μετά:Έχει προκύψει σοβαρή διαφωνία στο σπίτι με τρίχρονο. Παίρνεις βαθιές ανάσες, εφαρμόζεις τεχνικές νταντάς αμέσου δράσης, προσπαθείς με ουρλιαχτά να εξηγήσεις τη θέση σου, καταλήγεις πως η λύση θα δοθεί μέσα από τη διάλυση. Μπαίνει ο άντρας σου στο σπίτι τη στιγμή που κομματιάζεις το παιχνίδι του παιδιού σου γιατί δεν μπορείς άλλο να ακούς το ηλίθιο τραγούδι του. «Αυτός το ξεκίνησε», λες και συνεχίζεις τη ζωή σου. Όπως όπως…

Μέσα στο ημίφως, ως συνήθως

Κάποιες φορές –όλες τις φορές- αφού με βάλουν στο κρεβάτι μου, μου διαβάσουν παραμύθι, ξαναπούμε τα νέα της ημέρας, μου κρατήσουν το χέρι, με φιλήσουν και με καληνυχτίσουν, σηκώνομαι μετά από λίγο και πλησιάζω την ημίκλειστη πόρτα του δωματίου τους. Στέκομαι εκεί, στη χαραμάδα, ήσυχος για πολλή ώρα και έχω μόνο ένα στόχο. Να τους σπάσω το ηθικό. Να τους λυγίσω. Χωρίς να μπαίνω μέσα, γιατί μου το έχουν απαγορεύσει, ακούω διάφορα –και καλά χαμηλοφώνως- και όλα προς τη σωστή κατεύθυνση για την εξυπηρέτηση των στόχων μου. Μαμά: «Τι κάνει εκεί τώρα;» Μπαμπάς: «Άστον, μην του δίνεις σημασία, θα φύγει». Εννοείται ότι δεν το κουνάω ρούπι. Μετά από λίγο… Μαμά: «Ακόμα εκεί είναι. Μήπως έχει κάτι το παιδί…» Μπαμπάς: «Αγνόησέ τον». Εγώ, από μέσα μου: «Ε, βέβαια, εσύ με είχες 9 μήνες στην κοιλιά σου;» Δεν καταθέτεις τα όπλα. Εξάλλου, αλλού ποντάρεις: στο ολέθριο σφάλμα που θα τους στοιχίσει έναν ακόμα άνετο ύπνο. Μαμά: «Να του μιλήσω;» Μπαμπάς: «ΌΧΙ». Ακόμα, δεν τα μπήγεις. Είπαμε, περιμένεις. Και το ολέθριο σφάλμα γίνεται, φυσικά από τη μαμά και λέγεται: EYE CONTACT. Το βλέμμα της συναντιέται μέσα από την ημίκλειστη πόρτα και μέσα στο ημίφως με το δικό σου. Αυτό ήταν. Τα μάτια σου πετάνε σπίθες. Σπρώχνεις την πόρτα θεαματικά και μπουκάρεις. Τα μπήγεις. Ανεβαίνεις στο κρεβάτι από τη μεριά της μαμάς. Κλαις σταθερά και απαρηγόρητα. Πια, λυγίζει και ο μπαμπάς. Σε βάζουν ανάμεσα. Το μόνο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις τώρα είναι να νανουριστείς με δανέζικα γιατί σε αυτό το δωμάτιο αυτήν την ώρα βλέπουν The Κilling.

Για μεγιστοποίηση λοιπόν της απόδοσης του κλάματός σου –αυτός δεν είναι και ο σκοπός του, η απόδοση;- πάρε κάποια tips χειριστικής συμπεριφοράς και εφάρμοσέ τα τυφλοσούρτη:

  • Χτύπα στα πιο βαθιά τους ενοχικά.
  • Πόνταρε πάντα στη μάνα.
  • Φυσικά και θέλεις τον οίκτο τους.
  • Κράτα το καλύτερο κλάμα για το τέλος.
  • Κάντο να φανεί σαν δική τους απόφαση.
  • Κάντο να φανεί σαν να μην έχουν άλλη επιλογή. Δεν έχουν άλλη επιλογή.
  • Κάνε να φαίνεται όλο αυτό σαν μία εξαίρεση, ενώ είναι ο κανόνας.
  • Κάνε τους, τελικά, να αισθανθούν ωραία με τη συνείδησή τους.
  • Και, κάτι ακόμα: Γελάει καλύτερα, όποιος κλαίει τελευταίος.

υγ. Αυτό με την τηλεόραση στην κρεβατοκάμαρα, ας μην το κάνουμε θέμα…