First World Problems- για νήπια

  1. Η κούνια πάει μέχρι ένα σημείο και μετά κατεβαίνει. Θέλεις να κάνει μία πλήρη περιστροφή. Με εσένα μέσα. Παιδική χαρά, σου λέει μετά.
  2. Ο κύκλος ζωής μιας μπαταρίας είναι απελπιστικά μικρός.
  3. Μάρτυς μου ο-χωρίς-μπαταρία-Μίκυ, μόλις μεγαλώσω θα γίνω εξπέρ στο άλλαγμα μπαταρίας.
  4. Ο κύκλος ζωής μιας πάνας είναι απελπιστικά μικρός.
  5. Μάρτυς μου η sudocrem, μόλις μεγαλώσω θα μου αφήνω την πάνα από το πρωί ως το βράδυ σερί.
  6. Θες να σου κάνουν φούσκα και με την καραμέλα.
  7. Δεν σβήνει η ξύστρα.
  8. Δεν ξύνει η γόμα.
  9. Θες να μένουν οι μαρκαδόροι ανοιχτοί χωρίς να ξεραίνονται.
  10. Δεν έχεις αποφασίσει σε ποιο κρεβάτι θα κοιμηθείς σήμερα.
  11. Δεν έχεις αποφασίσει αν θα κοιμηθείς σήμερα.
  12. Θες να φοράς τα παπούτσια σου με μόνο κριτήριο ποιο βρέθηκε μπροστά από κάθε πόδι.
  13. Δεν υπάρχουν δεξιά και αριστερά παπούτσια. Μόνο παπούτσια.
  14. Μπερδεύεις τα νούμερα με τα γράμματα. Το 3 με το ε. Το 1 με το ι. Μόνο εσύ το βλέπεις;
  15. Και τι είναι νούμερα; Και τι γράμματα; Πιστεύεις ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση πρέπει να ξεκινήσει από τον παιδικό σταθμό.
  16. Σου την σπάνε τα ιντεράκτιβ παιδικά. Πιστεύεις ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση πρέπει να ξεκινήσει από την Ντόρα.
  17. Δεν θες παγωτό χωνάκι, ούτε παγωτό κυπελάκι, θες μόνο παγωτό ξυλάκι.
  18. Από το παγωτό ξυλάκι τρως μόνο την επικάλυψη σοκολάτας. Και δεν λέγεται επικάλυψη σοκολάτας. Λέγεται «γύρω-γύρω».
  19. Λίγο από το «γύρω-γύρω» πέφτει στο χαλί (δεν σε νοιάζει), λίγο από το άσπρο στην μπλούζα σου (επίσης) και λίγο στα χέρια σου (εντάξει), ενώ όσο δεν σκούπισες με το μανίκι παραμένει στην εξωτερική γωνία των χειλιών σου- τρελαίνεσαι.
  20. Δεν έχεις όσα παιχνίδια θα ήθελες. Έχεις περισσότερα.
  21. Μάλλον μέχρι τα τρία σου δεν θα έχεις καταφέρει να αποκτήσεις ένα αληθινό αυτοκίνητο. Ή έστω τρένο. Νιώθεις αποτυχημένος.
  22. Αδυνατείς να καταλάβεις γιατί, για να αρχίσει η επιχείρηση ‘κόψιμο πάνας’, πρέπει να φύγουν τα χαλιά.
  23. Αδυνατείς να καταλάβεις οτιδήποτε έχει σχέση με το κόψιμο πάνας. Δεν σε αφορά.
  24. Αναπολείς τα χρόνια που αρκούσε ένα απλό ‘κακό!’ ή ‘ποτέ!’ για να σε προειδοποιήσουν για κάτι. Τώρα σου απομαγνητοφωνούν έκθεση ιδεών.
  25. Βλέπεις παλιά βίντεο με εσένα και την αδελφή σου και θες να μπεις μέσα. Πιάνεις την οθόνη. Σου εξηγούν ότι αυτό δεν γίνεται. Ναι, όπως δεν γινόταν να πάμε στο πάρκο, νύχτα. Και πήγαμε. Και όπως δεν γινόταν να γράψω στον τοίχο, μέρα. Και έγραψα.
  26. Γιατί κάθε φορά που μπαίνω στο σαλόνι και βλέπουνε Game of Thrones, το κάνουνε pause; Τι στο καλό, κεφάλια κόβουνε;

Οι νόμοι του Μέρφι για νήπια

  1. Όταν θες να φας κανονικό μπισκότο, το μόνο που έχει μείνει είναι ολικής άλεσης. Υποθέτω, γιατί δεν τα τρώει κανείς.
  2. Σε βάζουν τιμωρία τη φορά που το αξίζεις λιγότερο. Για να σε τιμωρήσουν για τις άλλες φορές.
  3. Αν πεις ότι θες να δεις τον Μικρό Νικόλα, σε πάνε επίσκεψη στο σπίτι του Νικολάκη αντί να ανοίξουνε απλώς τον υπολογιστή.
  4. Ζητάς μπαράκι και οι άλλοι ακούνε ψαράκι. Κι εκεί που θα έτρωγες νοστιμότατο σνακ, καταλήγεις με ψάρι και βραστά λαχανικά.
  5. Σου φέρνουν δώρο ακριβό και ποιοτικό παιχνίδι ενώ εσύ απλώς ήθελες κινέζικο των 5 ευρώ από πλανόδιο, με μπαταρίες που μπαινοβγαίνουν και τραγούδια που σπάνε τύμπανα.
  6. Όταν θες να φας τα τσίριος που έπεσαν στο πάτωμα, η μαμά έχει προλάβει πριν από εσένα.
  7. Όταν θες να πιεις τουλάχιστον 2 κουταλιές από το αγαπημένο σου σιρόπι, έχεις μόλις 36 και 8.
  8. Όταν για πρώτη φορά επανέρχεται η όσφρησή σου, μετά από μέρες συναχωμένος, μυρίζει όλο το σπίτι μπρόκολο.
  9. Θέλεις για πρώτη φορά να πεις στην ταμία του σουπερμάρκετ πώς σε λένε και αυτή δεν σε ρωτάει ποτέ.
  10. Δεν έχεις όρεξη να πεις σε κανένα πώς σε λένε, πόσο χρονών είσαι και αν πας σχολείο, τη στιγμή που μανάβης, κρεοπώλης και υπάλληλος στα τυριά έχουν λυσσάξει να μάθουν.
  11. Σου έρχεται να κάνεις κούνια μόνο όταν κάνει άλλο παιδί και περιμένουν άλλα 6 στη σειρά μετά από αυτό.
  12. Όταν βολεύει τους γονείς σου σε λένε τρίχρονο, όταν όμως παίρνεις δώρο παιχνίδι για παιδιά άνω των τριών, στο φυλάνε μέχρι να κλείσεις τα τρία.
  13. Θα χτυπήσεις το μικρό δαχτυλάκι των ποδιών σου στο πόδι του τραπεζιού, μόνο αφού έχεις βγάλει τις κάλτσες.
  14. Όταν η μαμά χαμηλώνει στο ύψος σου για να σου πει κάτι, σπάνια είναι για καλό.
  15. Όταν ζητάς να πιεις πορτοκαλάδα, εννοείς κουτάκι και όχι φρεσκοστυμμένο χυμό. Φυσικά, παίρνεις το δεύτερο.
  16. Όταν κλειδιά, κοντρόλ ή γυαλιά λείπουν από τη θέση τους, όλοι νομίζουν ότι τα πήρες εσύ. Κι ας είναι τα κλειδιά στην τσέπη τους, τα γυαλιά στη μύτη τους και το κοντρόλ μέσα στην πάνα σου.
  17. Τη φορά που έχεις κρύψει στ’ αλήθεια τα κλειδιά κάτω από το κρεβάτι, η μαμά σου ζητάει συγγνώμη που σε υποπτεύθηκε και φωνάζει κλειδαρά. Κρατάς το στόμα σου κλειστό γιατί φοβάσαι για τη ζωή σου.
  18. Παίζεις με ένα παιχνίδι που του τέλειωσε η μπαταρία. Τη στιγμή που θα βγάλουν από άλλο παιχνίδι την μπαταρία για να τη βάλουν σε εκείνο που χάλασε, θες πια να παίξεις με το άλλο που του έβγαλαν την μπαταρία.
  19. Τη φορά που καταφέρνεις να βγάλεις παντελόνι και μπλούζα μόνος σου, κανένας δεν σε έχει δει.
  20. Τη φορά που θα σου έχει σκαλώσει η μπλούζα στο κεφάλι και θα προσπαθείς να την βγάλεις, σε παίρνουν μέχρι και φωτογραφία.
  21. Όταν η μαμά παίρνει αγκαλιά την αδελφή σου, κάνεις τα πάντα για να ανέβεις κι εσύ εκεί, από όπου μόλις πριν, με μπουνιές και κλωτσιές, έσπρωχνες για να κατέβεις.
  22. Όσον αφορά στην εκπαίδευση τουαλέτας, ποτέ δεν πάει τόσο άσχημα όσο φαίνεται στην αρχή. Πάει ακόμα χειρότερα.

 

Ποιος θα μιλήσει στις «Γειτονιές»;

Μετά από πολλή σκέψη, καταλήξαμε οικογενειακώς ότι αυτό το μπλογκ θα εκπροσωπηθεί στις Ψηφιακές Γειτονιές,  το πρώτο διαδραστικό συνέδριο για μαμάδες, μπαμπάδες bloggers και όχι μόνο, που διοργανώνει η πάντα φιλόξενη ομάδα των Μικρών Μεγάλων στις 20 Απριλίου, από τη μαμά. Σας παραθέτω το σκεπτικό της απόφασης και νομίζω ότι θα συμφωνήσετε μαζί μου…

  1. Φοβάμαι ότι δεν θα με καταλαβαίνετε καλά και θα σας κουράσω.
  2. Φοβάμαι ότι δεν θα σας καταλαβαίνω καλά και θα με κουράσετε.
  3. Θα κλέψω την παράσταση. Να διευκρινίσω: με την κακή έννοια.
  4. Θα θέλω να φάω σοκολατάκι.
  5. Θα θέλω να φάω το μικρόφωνο.
  6. Γιατί, πάνελ από τα δυόμιση; Και μετά, τι; Το Toddlers and Tiaras απέχει ένα βήμα. Το ίδιο και η αποτρίχωση.
  7. Γιατί δεν ξέρω τι ρούχα να φορέσω. Κυρίως, τι τσάντα να κρατήσω.
  8. Γιατί δεν θέλετε να με δείτε με τα ρούχα που θα επιλέξω να φορέσω. Κυρίως, με την τσάντα που θα κρατήσω.
  9. Θα θέλω να μιλήσω από το playroom.
  10. Γιατί το συνέδριο έπρεπε να κρατάει ένα τέταρτο. Σόρι, αλλά σε χρόνους νηπίου αυτό είναι τουλάχιστον μια μέρα.
  11. Φοβάμαι μην αποκαλύψω too much information. Φοβάται, μάλλον, η μαμά.
  12. Γιατί την ώρα που οι άλλες μαμάδες bloggers θα αναφέρονται στις πηγές έμπνευσής τους, θα ανεβώ πάνω στο τραπέζι του πάνελ, θα βγάλω τις κάλτσες μου και θα τις δαγκώσω. Για ζωντανή επίδειξη.
  13. Γιατί θέλω να δώσω μια ευκαιρία στη μαμά να πετάξει από πάνω της τη φόρμα και να φτιάξει το μαλλί. Για να φορέσει τα συνεδριακά της: τζιν, το ίδιο μακό, κέφι καλό και τα μαλλιά αλογοουρά, υποθέτω.
  14. Εμένα, πάντως, με έπεισα.

Οι δικοί μου Χάνσελ και Γκρέτελ

Κάπως έτσι ακούγεται στα δικά μου αυτιά το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ, ένα παραμύθι-ύμνος στην αδελφική αγάπη, στα ζαχαρωτά και σε τίποτα άλλο, που όλα τα νήπια θα πρέπει να ξέρουν…

«Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ μεγαλώνουν με την οικογένεια τους σε ένα σπίτι στο δάσος με πολλή αγάπη και λίγο φαγητό- όμως αυτό καθόλου δεν τους πειράζει γιατί είναι και οι δύο μίζεροι στο φαγητό και τους αρέσει που δεν τους κυνηγάνε κάθε λίγο και λιγάκι με το κουτάλι να φάνε. Μια μέρα, οι γονείς τους αποφασίζουν να αφήσουν τα παιδιά μόνα τους στο δάσος προς αναζήτηση καλύτερης τύχης αλλά και για να κάνουν bonding γιατί στο σπίτι όλο τσακώνονται. Τα παιδιά είναι πολύ χαρούμενα που επιτέλους δεν θα χρειάζεται να τρώνε τίποτα, που δεν θα πρέπει να τακτοποιούν τα παιχνίδια τους κάθε βράδυ αλλά και που θα ζουν μόνα τους γιατί είχαν αρχίσει να τους την σπάνε οι γονείς τους.

Όταν, περιπλανώμενοι για ώρες μέσα στο δάσος, φτάνουν σ’ ένα σπίτι φτιαγμένο από γλυκά και ζαχαρωτά, ξενερώνουν απίστευτα γιατί είναι πιο πολύ του αλμυρού αλλά τελικά δοκιμάζουν μια λιχουδιά από το φράκτη ανόρεκτα. Τότε, η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, μια γριά που πίστευε για τον εαυτό της ότι ήταν μάγισσα (αλλά απλώς είχε μακριά γκρίζα μαλλιά, μεγάλη μύτη, παλιόρουχα και σκουπόξυλο, εντάξει και καλύβα από ζαχαρωτά, σιγά) τους τιμωρεί επειδή υπάρχει νόμος που δεν επιτρέπει να τρώει κανείς το σπίτι ή μέρος του σπιτιού του άλλου. Κλειδώνει, λοιπόν, τον Χάνσελ σε ένα κλουβί και κάνει τη Γκρέτελ υπηρέτριά της. Το σχέδιο της γριάς που μοιάζει με μάγισσα- αλλά δεν είναι μάγισσα γιατί δεν υπάρχουν μάγισσες, όλοι το ξέρουν αυτό- είναι να παχύνει τον Χάνσελ για να γίνει θρεφτάρι και μετά να φάει και τους δύο μαζί γιατί είχε για γκουρού της τον Χάνιμπαλ Λέκτερ. Ο Χάνσελ δεν καταφέρνει να παχύνει ποτέ γιατί έχει ταινία ενώ η Γκρέτελ προσπαθεί απεγνωσμένα να σκεφτεί ένα σχέδιο απόδρασης.

Μια μέρα λοιπόν, η κακιά μάγισσα που δεν είναι μάγισσα γιατί δεν υπάρχουν μάγισσες αλλά μόνο ανθρωποφάγοι, αποφασίζει ότι ήρθε η στιγμή που θα κάνει το μεγάλο φαγοπότι. Βάζει τη Γκρέτελ να της φτιάξει και μια πίτα γιατί σκέτο κρέας θα τη έγκωνε αλλά την ώρα που προσπαθεί να παγιδέψει τη μικρή για να την κλείσει μέσα στο φούρνο, η Γκρέτελ σκέφτεται πιο γρήγορα και σπρώχνει πρώτη τη γριά στο φούρνο! Τρέχει λοιπόν και ελευθερώνει τον αδερφό της και παίρνοντας τους θησαυρούς της γριάς από τη ζαχαρένια καλύβα γυρνάνε σφαίρα στο σπίτι τους που αυτή τη φορά το βρίσκουν εύκολα, γιατί έτσι. Οι γονείς τους που είχαν στο μεταξύ μετανιώσει –τι να έκαναν οι άνθρωποι, πείναγαν- αλλά όχι ότι είχαν ξεχυθεί και στο δάσος να τους ψάχνουν, υποδέχτηκαν τους θησαυρούς με ανοιχτές αγκάλες, ιδίως όταν είδαν ότι πίσω από τα σακούλια κρύβονταν τα παιδιά τους. Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ πέφτουν ανακουφισμένοι στις αγκαλιές των γονιών τους και τους υπόσχονται πως δεν θα τους καταδώσουν στην Πρόνοια με τον όρο ότι δεν θα ξαναμαζέψουν ποτέ τα παιχνίδια τους και ότι αν φτιάξουν καινούριο σπίτι θα είναι μόνο από πίτσα και τηγανιτές πατάτες. Στη χειρότερη, από τοστ. Αν έζησαν, τώρα, αυτοί καλά και εμείς καλύτερα, θα σας γελάσω.»

Σύνδεση του μύθου με την πραγματικότητα: Ναι, μπορεί να έχεις συλλάβει τη μαμά να τρώει κρυφά πατατάκια στην τουαλέτα για να μην τη δεις, αλλά το έκανε μόνο και μόνο γιατί ήθελε να σε αποτρέψει από το να φας περιττό αλάτι, άδειες θερμίδες και τρανς λιπαρά. Και, όχι, ούτε κατά διάνοια, δεν της πέρασε από το μυαλό να σε στείλει στο δάσος, για να έχει όλα τα πατατάκια δικά της. Μόνο στο δίπλα δωμάτιο.

Έλα να παίξουμε

Μπαίνεις στο σπίτι της ξαδέρφης σου. Ένας ολόκληρος κόσμος από καινούρια, άπαιχτα παιχνίδια απλώνεται στα πόδια σου. Μια σειρά από αδηφάγες σκέψεις σε κατακλύζουν.

  1. Τι πάει να πει δεν είναι δικό μου, να της το δώσω επειδή κλαίει; Εγώ το βρήκα πρώτος, δικό μου είναι. Είναι ζούγκλα εκεί έξω.
  2. Έστω ότι δεν πρόλαβα να πάρω το παιχνίδι πρώτος και το παίζει τώρα αυτή. Της το παίρνω. Πρώτον, το έπαιζε λάθος. Δεύτερον, είμαι μεγαλύτερος. Τρίτον, είναι ζούγκλα εκεί έξω.
  3. Έστω ότι παίζω ήδη με ένα παιχνίδι και η ξαδέλφη μου πάει να πάρει κάποιο άλλο. Νομίζω ότι οι κανόνες ευγενείας επιτάσσουν να έχω στη διάθεσή μου όλα τα παιχνίδια της, τα παίζω δεν τα παίζω, μόνο και μόνο επειδή είμαι φιλοξενούμενος. Και για να έχω επιλογές.
  4. Τι πάει να πει ότι δεν μπορεί να φύγει από το ίδιο της το σπίτι; Θέλω να έχω άπειρες επιλογές και συνδυασμούς παιχνιδιών και να μην νιώθω ανά πάσα στιγμή την απειλή ότι κάποιος μπορεί να μου τα πάρει.
  5. Όχι, να μην πάει στο μέσα δωμάτιο. Από εκεί μπορεί να βγει και να μου τα πάρει- αγχώνομαι.
  6. Άλλαξα γνώμη. Βαριέμαι μόνος μου. Τώρα θέλω να κάθεται αυτή στον καναπέ ακίνητη και να με κοιτάει που παίζω με τα παιχνίδια της. Θέλω να βλέπω ότι με βλέπει που παίζω. Με τα παιχνίδια ΤΗΣ.
  7. Δεν είμαι καθόλου ανταγωνιστικός. ΑΥΤΗ έχει ΚΑΛΥΤΕΡΑ παιχνίδια.
  8. Να παίξουμε μαζί; Θα μπορούσε να είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο αν δεν σήκωνε μήνυση.
  9. Τι σημαίνει ότι πρέπει να κάνω ότι μου λέτε μόνο και μόνο επειδή κλαίει κάποιος; Δεχόμαστε τελικά ότι το κλάμα είναι μέσο άσκησης πίεσης;
  10. Αφού το δεχόμαστε, υπενθυμίζω: το κλάμα είναι επιχείρημα όταν κλαίω ΕΓΩ και διατάραξη κοινής ησυχίας όταν κλαίει οποιοσδήποτε ΑΛΛΟΣ.
  11. Κουράστηκα. Θέλω να φύγουμε. Σιγά τα παιχνίδια…

Με τέτοια που χω ψυχολογία

Να, εδώ, μωρέ… μου κόψανε τις πιπίλες. Ακολουθεί περιγραφή των σταδίων που πέρασα κι ακόμα περνάω. Αισθανθείτε ελεύθεροι να με λυπηθείτε όσο θέλετε.

Στιγμή μηδέν: Βάζεις τις πιπίλες σ’ έναν φάκελο και τις αφήνεις στο μπαλκόνι, να τις πάρει η Νεράιδα των Πιπίλων (WTF!) και να σου αφήσει ένα δώρο. Μπαίνεις στο σπίτι.

Μετά από ένα 5λεπτο: Ξαναβγαίνεις στο μπαλκόνι, βρίσκεις το δώρο, μπαίνεις μέσα, το παίζεις.

Μετά από ένα τέταρτο: Έπαιξες με το καινούριο παιχνίδι, ΠΟΥ είναι τώρα οι πιπίλες ΣΟΥ;;; Παίρνεις χαμπάρι ότι δεν ήθελαν απλώς να σου πάρουν τις πιπίλες. Ήθελαν να το παρουσιάσουν ότι ήταν δική σου απόφαση. Να σε κάνουν συνεργό. Ήταν παγίδα. Γίνεσαι ενοχικός.

Μετά από μια ώρα: Έχεις φάει ήδη τρία σοκολατάκια, πήγες δύο φορές στις κούνιες και γύρισες και φυσικά βλέπεις Μικρό Νικόλα στον υπολογιστή: σου λείπουν αφόρητα. Θυμώνεις. Θυμώνεις μια κουβέντα είναι. Γυρίζει το μάτι σου.

Μεσημέρι: Είσαι στο στάδιο της άρνησης. Ψάχνεις κάτω από κρεβάτια, καναπέδες και χαλιά, μέσα σε συρτάρια, ψυγείο, κατάψυξη και πλυντήρια. Δεν κοιμάσαι ποτέ.

Μετά από μισή μέρα: Και, που είστε, γονείς, μην προσπαθείτε τόσο πολύ να μου αποσπάσετε την προσοχή. Η προσπάθεια σας κάνει μπαμ, είναι αναποτελεσματική –αν και όχι πάντα, βλέπε σοκολατάκια, 3 φορές βόλτα στις κούνιες, άπειρο Μικρό Νικόλα- και κυρίως μου θυμίζει απελπισμένα αυτό που μου λείπει.

Ώρα για βραδινό ύπνο: Συντετριμμένος.

Πρωί επόμενης μέρας: Ξυπνάς. Δεν ήταν ένα κακό όνειρο. Είσαι 24 ώρες χωρίς πιπίλα. Που να είναι τώρα;;; Κλαις. Κλαις μια κουβέντα είναι. Σπαράζεις.

Απόγευμα επόμενης μέρας: Ψιλοαρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι θα ζεις από εδώ και πέρα χωρίς πιπίλα. Καθώς για πρώτη φορά περνά από το μυαλό σου αυτό το ενδεχόμενο, πέφτεις στο πάτωμα και γίνεσαι κομμάτια.

Δυο μέρες μετά. Συμβιβάζεσαι με την ιδέα ότι δεν θα τις ξαναδείς και περνάς στο στάδιο του πένθους. Το αντιμετωπίζεις με την αξιοπρέπεια που αρμόζει στην περίσταση: κλαις μέχρι αηδίας.

Δυόμιση μέρες μετά: Παίρνει το αυτί σου διάλογο γονιών: «Πάντως δεν το έχει πάρει και πολύ βαριά…». «Κι εγώ νομίζω ότι σιγά σιγά θα το ξεπεράσει». Ξανακυλιέσαι στο πάτωμα, χτυπάς τις πόρτες, πέφτεις στους τοίχους, τους ρίχνεις ξύλο. Πλάκα σου κάνουν;

Τρεις μέρες μετά, πρωί: Όχι, πίστεψέ με, δεν είσαι καταθλιπτικός. Δεν έχεις κανένα λόγο να σηκωθείς από το κρεβάτι. Η κατάσταση σηκώνει κατάθλιψη.

Τέσσερις μέρες μετά: Κάθε μέρα που περνάει είναι μια ακόμα μέρα χωρίς πιπίλα. Αυτό μόνο.

Πέντε μέρες μετά: Σε πιάνουν κρίσεις πανικού, ξεσπάς αδικαιολόγητα σε υστερικό κλάμα, έχεις αγοραφοβία. Έγινε πια ψυχοσωματικό.

Έξι μέρες μετά: Δεν θα περάσει. Ποτέ δεν περνάει.

Μια εβδομάδα μετά: Μια μέρα με κάπως λιγότερα συμπτώματα στέρησης. Φοβάσαι όμως μήπως ξανακυλήσεις. Θα ξανακυλήσεις.

Εφτάμιση μέρες μετά: Σμπαράλια.

8 μέρες μετά: Ξεκινάς να καταθέτεις τα όπλα σου. Ζητάς τις πιπίλες 5-6 μόνο φορές την ημέρα, ξεψυχισμένα, χωρίς να επιμένεις. Συνεχίζεις με τις συνήθεις δραστηριότητές σου, χωρίς να ελπίζεις. Εντάξει ας πούμε ότι κέρδισες και κάτι. Έκοψες τον μεσημεριανό ύπνο. Και κοιμάσαι στις 12 το βράδυ.

9 μέρες μετά: Φοβάσαι ότι δεν θα ξανααγαπήσεις.

10 μέρες μετά: Μα από όλα περισσότερο αυτό που σε πειράζει είναι την απουσία τους πως πας να συνηθίσεις, πως πας να συνηθίσεις…

11 μέρες μετά: Κουρασμένος και ηττημένος. Αυτή τη φορά δεν έχασες μόνο τη  μάχη. Έχασες και τον πόλεμο.

Οι νύχτες, από εδώ και πέρα: Νύχτωσε νύχτα νύχτωσε και σκέπασέ με, νύχτωσε νύχτα νύχτωσε και παρηγόρησέ με…

Ακόμα πιο μετά: Θα περάσει. Πάντα περνάει…

Μέσα στο ημίφως, ως συνήθως

Κάποιες φορές –όλες τις φορές- αφού με βάλουν στο κρεβάτι μου, μου διαβάσουν παραμύθι, ξαναπούμε τα νέα της ημέρας, μου κρατήσουν το χέρι, με φιλήσουν και με καληνυχτίσουν, σηκώνομαι μετά από λίγο και πλησιάζω την ημίκλειστη πόρτα του δωματίου τους. Στέκομαι εκεί, στη χαραμάδα, ήσυχος για πολλή ώρα και έχω μόνο ένα στόχο. Να τους σπάσω το ηθικό. Να τους λυγίσω. Χωρίς να μπαίνω μέσα, γιατί μου το έχουν απαγορεύσει, ακούω διάφορα –και καλά χαμηλοφώνως- και όλα προς τη σωστή κατεύθυνση για την εξυπηρέτηση των στόχων μου. Μαμά: «Τι κάνει εκεί τώρα;» Μπαμπάς: «Άστον, μην του δίνεις σημασία, θα φύγει». Εννοείται ότι δεν το κουνάω ρούπι. Μετά από λίγο… Μαμά: «Ακόμα εκεί είναι. Μήπως έχει κάτι το παιδί…» Μπαμπάς: «Αγνόησέ τον». Εγώ, από μέσα μου: «Ε, βέβαια, εσύ με είχες 9 μήνες στην κοιλιά σου;» Δεν καταθέτεις τα όπλα. Εξάλλου, αλλού ποντάρεις: στο ολέθριο σφάλμα που θα τους στοιχίσει έναν ακόμα άνετο ύπνο. Μαμά: «Να του μιλήσω;» Μπαμπάς: «ΌΧΙ». Ακόμα, δεν τα μπήγεις. Είπαμε, περιμένεις. Και το ολέθριο σφάλμα γίνεται, φυσικά από τη μαμά και λέγεται: EYE CONTACT. Το βλέμμα της συναντιέται μέσα από την ημίκλειστη πόρτα και μέσα στο ημίφως με το δικό σου. Αυτό ήταν. Τα μάτια σου πετάνε σπίθες. Σπρώχνεις την πόρτα θεαματικά και μπουκάρεις. Τα μπήγεις. Ανεβαίνεις στο κρεβάτι από τη μεριά της μαμάς. Κλαις σταθερά και απαρηγόρητα. Πια, λυγίζει και ο μπαμπάς. Σε βάζουν ανάμεσα. Το μόνο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις τώρα είναι να νανουριστείς με δανέζικα γιατί σε αυτό το δωμάτιο αυτήν την ώρα βλέπουν The Κilling.

Για μεγιστοποίηση λοιπόν της απόδοσης του κλάματός σου –αυτός δεν είναι και ο σκοπός του, η απόδοση;- πάρε κάποια tips χειριστικής συμπεριφοράς και εφάρμοσέ τα τυφλοσούρτη:

  • Χτύπα στα πιο βαθιά τους ενοχικά.
  • Πόνταρε πάντα στη μάνα.
  • Φυσικά και θέλεις τον οίκτο τους.
  • Κράτα το καλύτερο κλάμα για το τέλος.
  • Κάντο να φανεί σαν δική τους απόφαση.
  • Κάντο να φανεί σαν να μην έχουν άλλη επιλογή. Δεν έχουν άλλη επιλογή.
  • Κάνε να φαίνεται όλο αυτό σαν μία εξαίρεση, ενώ είναι ο κανόνας.
  • Κάνε τους, τελικά, να αισθανθούν ωραία με τη συνείδησή τους.
  • Και, κάτι ακόμα: Γελάει καλύτερα, όποιος κλαίει τελευταίος.

υγ. Αυτό με την τηλεόραση στην κρεβατοκάμαρα, ας μην το κάνουμε θέμα…