Διάλογος

Παίρνω το βιβλίο της Ντόρας, τη δείχνω, μετά δείχνω την τηλεόραση, λέω γκογκό κρατώντας το κοντρόλ στα χέρια κι εννοώ «θέλω να δω Ντόρα». Αυτές είναι οι απαντήσεις της μαμάς, που βλέπει κάτι άλλο στην τηλεόραση:

  • -Η Ντόρα κοιμάται.
  • -Η Ντόρα κάνει νάνι.
  • -Η Ντόρα θα ξυπνήσει μετά.
  • -Η Ντό-ρα κάνει νάνι, νά-νι.
  • -Η Ντόρα είναι κουρασμένη.
  • -Η Ντόρα είναι άρρωστη.
  • -Η Ντόρα είναι στο νοσοκομείο.
  • -Η Ν-τ-ό-ρ-α κάνει ν-ά-ν-ι.
  • -Φέρε μου το κοντρόλ να στη βάλω.

Μπορείτε, φαντάζομαι, να μαντέψετε τι γινόταν στα ενδιάμεσα…

Όπερ μπέμπη δείξε

Πρώτα μας αναγκάζετε να μιλήσουμε και μετά μας λέτε πως σημασία δεν έχουν τα λόγια, αλλά οι πράξεις. Λες αύριο ‘Σ’ αγαπώ!’; ‘Να μου το δείξεις’, σου λέει… Ε, λοιπόν, αυτό κάνω! Θέλω τυρί, δείχνω ψυγείο. Θέλω δημητριακά, δείχνω ντουλάπι. Ή μάλλον, παίρνω μόνος μου το μπολ από το συρτάρι και κρατώντας το, δείχνω ντουλάπι. Θέλω άλλαγμα, δείχνω ποπό. Θέλω τηλεόραση; Την ανοίγω μόνος μου. Θέλω βόλτα, δείχνω πόρτα, μπουφάν και παπούτσια- η σειρά τυχαία. Θέλω αγκαλιά, σηκώνω τα χέρια. Και στο κάτω-κάτω αν το να μιλάς με τα χέρια δεν είναι ομιλία, γιατί δεν στέλνουμε και τους τροχονόμους για λογοθεραπεία;

Αντίο πιπίλα

Τις φορές που κλαίω, φωνάζω, πετάω κάτω τα παιχνίδια, αλλάζω κανάλια ή κλείνω την τηλεόραση, κατεβάζω τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη, αναποδογυρίζω τα μπολ με τα δημητριακά και το γάλα στο χαλί ή βάφω με μαρκαδόρο τη γλώσσα μου, η μαμά αναζητά σαν τρελή μία πιπίλα, ψάχνει κάτω από μαξιλάρια και χαλιά, σε συρτάρια, στις τσέπες της ή στο ψυγείο κι όταν την βρίσκει μου τη βάζει γρήγορα στο στόμα και την κρατά εκεί με το χέρι της, ανακουφισμένη και γαλήνια. Αυτό που με προβληματίζει τώρα λοιπόν που ήρθε η ώρα να κόψω κι εγώ την πιπίλα είναι ποιος το λέει στη μαμά μου…

Αγκαλιά

Όσο κι αν (δεν) μεγαλώνω, εξακολουθεί να είναι το καλύτερο μεταφορικό μέσο, αμέσως μετά την καλικούτσα, την καρέκλα με τις ρόδες και την τηλεόραση. Ποτέ μου δεν χώνεψα, βέβαια, το μάρσιπο αγκαλιάς- κάτι μου λέει και κανένα παιδάκι που δεν μοιάζει με καγκουρό.