Διακοπές: follow up

  1. Η βαθιά πισίνα δεν είναι ποτέ αρκετά βαθιά για τον μπαμπά. Η ρηχή πισίνα δεν είναι ποτέ αρκετά ρηχή για μένα.
  2. Έπρεπε να το φανταστώ ότι υπάρχει πρωινό καλύτερο από σκέτο γάλα και δημητριακά ολικής άλεσης. Το λένε μερέντα. Τρώγεται με ψωμί ή κουτάλι. Και πρόκειται για εμπειρία που σου αλλάζει τη ζωή.
  3. Τα μπρατσάκια δεν προσφέρουν και πολλά όταν πίνεις νερό… Δοκιμασμένο.
  4. Ποιος έριξε fysiomer στη θάλασσα;
  5. Μια μέρα χωρίς αντηλιακό είναι ένα χαμένο μπάνιο.
  6. Ποιος διάλεξε τα παιχνίδια που πήραμε μαζί μας; Θα έπρεπε να ξέρει ότι έχω σταματήσει να παίζω με τουβλάκια εδώ και μία εβδομάδα…
  7. Πάντα σε μια παραλία υπάρχει ένα παιδάκι με μαγιό πιο χάλια από το δικό μας- ευτυχώς.
  8. Ορκίζομαι στην κυτταρίτιδα της μαμάς μου ότι είναι η ομορφότερη της παραλίας!
  9. Αν η άμμος δεν εισχωρούσε παντού, δεν θα ήταν άμμος… Θα ήταν κόντρα πλακέ.
  10. Σπουδαία ανακάλυψη τα κροκς δεν λέω, αλλά, να φορέσουμε και κανά παπούτσι της προκοπής τώρα;

Διακοπές, επιτέλους

Έφτασε επιτέλους η μέρα που θα φύγουμε για τις διακοπές μας! Οι γονείς μου έχουν διαλέξει να πάμε σ’ ένα μέρος με τρία πόδια, εφτά χέρια και δύο κεφάλια- εμείς θα μείνουμε μόνο στο δεύτερο πόδι. Ο βασικός λόγος που επιλέξαμε αυτό το μέρος είναι τα καταγάλανα νερά και η κατάξανθη άμμος- πάντα θες γύρω σου ένα ωραίο σκηνικό όταν κάνεις μπάνιο σε πισίνα. Την πρώτη μισή μέρα θα την περάσουμε στο αυτοκίνητο γιατί σημασία δεν έχει ο προορισμός αλλά το ταξίδι με καύσωνα. Όταν όμως φτάσουμε, θα περάσουμε την υπόλοιπη μισή μέρα ξεπακετάροντας και τακτοποιώντας όλα μας τα πράγματα, που είναι επίσης μέρος του ταξιδιού- αν και δεν νομίζω να έχει γραφτεί κανένα ποίημα γι’ αυτό.

Το ταξίδι, βέβαια, με το αυτοκίνητο θα φροντίσουμε να μην μας φανεί και πολύ μεγάλο… Το πρώτο δεκάλεπτο θα τραγουδήσουμε όλο το σετ των τραγουδιών που ξέρουμε συν το ‘Να ζήσεις Γιαννάκη’ που αποτελεί new entry. Το δεύτερο δεκάλεπτο, επίσης. Το τρίτο δεκάλεπτο θα κυλήσει απαντώντας σε ερωτήσεις που θα μας κάνουν οι γονείς τύπου ‘Πόσους παππούδες έχεις’, ‘Πόσων χρονών είσαι’, ‘Πώς τους λένε’, ‘Πού μένουμε’- η απάντηση σε όλα θα είναι «δύο».

Μετά το πρώτο μισάωρο, κι ενώ θα υπολείπονται γύρω στα 13, θα προσπαθώ να βγάλω την ζώνη από το κάθισμα για να κάτσω σαν άνθρωπος γιατί ωραίο είναι να νιώθεις σαν πιλότος σε F16 αλλά κάτσε εσύ πρώτα στο κάθισμα μου για 1 λεπτό και μετά τα λέμε… Δεν θα τα καταφέρω. Και μετά, οι γονείς μου θα ζήσουν το θαύμα- θα κοιμηθούμε! Το πόσο θα κρατήσει αυτό, θα εξαρτηθεί από μια συνάρτηση χαοτικών μεταβλητών, με σημαντικότερες το άνοιγμα των φτερών μιας πεταλούδας στην Κουάλα Λουμπούρ, τις λακκούβες που θα βρούμε στο δρόμο και την ποσότητα του ήλιου που θα μας πέφτει στα μούτρα.

Θα ακολουθήσει η γκρίνια που ακολουθεί ούτως ή άλλως μετά τον ύπνο οποιουδήποτε παιδιού παγκοσμίως πλας το ότι ξυπνάς σε αυτοκίνητο που το χτυπά ο ήλιος και το ότι κάνεις τον Τομ Κρουζ στο Τοπ Γκαν- χωρίς να πληρώνεσαι. Το πόσο θα κρατήσει και αυτό θα εξαρτηθεί από τη δεξιότητα των γονιών σου να σου αποσπούν με ευρηματικό και πρωτότυπο τρόπο την προσοχή κάθε 30 δευτερόλεπτα και, όχι, το ‘να, ένας ελέφαντας!’ isn’t good enough.

Κάπου στη μέση της διαδρομής θα κάνουμε στάση για κολατσιό, ξεπιάσιμο και αλλαγή πάνας. Αφού νιώσεις περισσότερο άνθρωπος και λιγότερο Αέρινες Σιωπές, θα φας ό,τι υπάρχει σε μπαράκι και θα ξαναμπείς στο κάθισμα F16. Τα υπόλοιπα μισάωρα είναι pure, black, ατόφια και αδιαπραγμάτευτη γκρίνια που θα σταματήσει μόνο όταν φτάσουμε για να τη διαδεχτεί η γκρίνια του καινούριου μέρους και της αλλαγής παραστάσεων…

Έτσι κάπως θα μοιάζει η πρώτη μέρα των διακοπών μας, που όλοι μας τις περιμένουμε πως και πως- για αδιευκρίνιστους μέχρι αυτήν τη στιγμή λόγους. Για τις επόμενες μέρες θα σας ενημερώνω σε τακτά χρονικά διαστήματα -αν ποτέ- γιατί πραγματικά δεν έχω ιδέα τι μας περιμένει.

Χάθηκε να πηγαίναμε Χαλκίδα…

Το πρώτο μπάνιο

Φτυαράκια, κουβαδάκια, τσουγκράνες παραμερίστε για να περάσω…/ Μην παραμερίζετε και πολύ, δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να μπω./ Μου πέφτει το μαγιό./ Θέλω τσίσα -ας μου φορέσει κάποιος τη πάνα πάνω από το μαγιό για να τα κάνω. Καλά, θα τα κρατήσω./ Αλήθεια τώρα, ποιος είπε ότι το νερό της θάλασσας δεν πίνεται;/ Γιατί φοράω μόνο εγώ μπρατσάκια; Βγάλτε τα μου. Μάλλον, φορέστε όλοι τώρα μπρατσάκια! Καλά, τα βγάζω… Δεν βγαίνουν- Θα τα κρατήσω./ Η άμμος είναι η καινούρια θάλασσα./ Δεν θέλω καπέλο. Θα το κάνω κουβαδάκι./ Που είναι οι φάλαινες; Έστω οι φώκιες;/ Είμαι μια κινούμενη άμμος./ Ας οργανωθούμε, βρε παιδιά, να φτιάξουμε έναν πύργο της προκοπής./ Γιατί τόσες ξαπλώστρες; Όποιος θέλει να κοιμηθεί, ας καθόταν σπίτι του./ Τρώω άμμο με φράουλες./ Το πρώτο μπάνιο είναι μια αποτυχία- όπως όλα τα πρώτα.

Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, θάλασσα είναι η τιμωρία που στέλνουν τα άτακτα παιδιά για να σκεφτούν για τρία λεπτά τη ζημιά που έκαναν. Και τα ξεχνούν για κάνα τρίωρο.

Σαν Τζιμινιάνο

Ώρες ώρες νιώθω ότι ζω στον Μεσαίωνα με τόσους πύργους που πρέπει να περάσω μέχρι να φτάσω στη θάλασσα.

Τόσες πολλές πέτρες…

…τόσος λίγος χρόνος! Τα λένε βότσαλα αλλά είναι πέτρες. Ένα τεράστιο λιβάδι από πέτρες και στο βάθος θάλασσα. Δεν ακούω, δεν μιλάω, μόνο βλέπω πέτρες σε όλα τα σχήματα και σε όλα τα μεγέθη. Γεμίζω χούφτες και πετάω με δύναμη τις πέτρες πάνω στις πέτρες. Σκάβω με το φτυάρι και βρίσκω κι άλλες- είναι παντού. Γεμίζω το κουβαδάκι και τις αδειάζω παραδίπλα, ξανά και ξανά. Ο ήχος της πέτρας όταν πέφτει στην πέτρα είναι μαγικός.

Φεύγουμε. Μέχρι την επόμενη φορά θα κοιμάμαι και θα ξυπνάω με τον τρόμο μήπως, όταν ξανάρθουμε, οι πέτρες έχουν κάνει φτερά.