Πώς μια απόσταση 30 μέτρων γίνεται σε 30 λεπτά.

Μόλις γυρίσαμε από το σχολείο. Παρκάρουμε το αυτοκίνητο απέναντι ακριβώς από το σπίτι. Η μαμά μού ανοίγει τη ζώνη. Κατεβαίνω. Μαλώνω με την αδερφή μου για το ποιος θα κλειδώσει το αυτοκίνητο. Μόλις έχει προλάβει η μαμά. Την βάζουμε να ξεκλειδώσει. Κλειδώνω εγώ. Ξεκλειδώνει η αδερφή μου για να κλειδώσει αυτή. Φωνάζω. Η μαμά αρπάζει από την αδελφή μου τα κλειδιά και μου τα δίνει. Ξεκλειδώνω και ξανακλειδώνω.

Η μαμά μας δίνει τις τσάντες μας και τα μπουφάν. Της τα δίνουμε πίσω. «Είμαστε κουρασμένοι», λέμε «κράτα τα». Η μαμά ζωσμένη την τσάντα της, τις τσάντες μας, τα μπουφάν μας και δύο σακούλες σουπερμάρκετ μας δίνει το σύνθημα να περάσουμε απέναντι. Επειδή καθυστερώ, με τραβάει από το χέρι για να διασχίσουμε τον δρόμο. Στα μισά της διαδρομής, ελευθερώνω το χέρι μου και φωνάζοντας στη μέση του δρόμου, της εξηγώ ότι δεν πρόλαβα να κοιτάξω δεξιά-αριστερά. Το κάνω. Παραμένω ζωντανός.

Η αδερφή μου έχει φτάσει ήδη στην εξώπορτα την οποία και ανοίγει. Κάνω σκηνή γιατί ήθελα να την ανοίξω εγώ. Τους ξαναβγάζω έξω στο πεζοδρόμιο και την ανοίγω. Μπαίνουμε στην είσοδο της πυλωτής. Εκεί χαζεύουμε τις γατούλες, τρέχουμε, μαζεύουμε φυλλαράκια, πιάνουμε τις ρόδες των αυτοκινήτων, πιάνουμε τις ουρές από τις γατούλες, πιάνουμε συζήτηση με τις γατούλες, κάνουμε γύρω γύρω όλοι στη μέση οι γατούλες. Κάποια στιγμή μια φωνή, την λες και ιαχή, μας θυμίζει ότι πρέπει να μπούμε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Η μαμά ζωσμένη τη τσάντα της, τις τσάντες μας, τα μπουφάν μας και τις δύο σακούλες σουπερμάρκετ, ανοίγει τη πόρτα -δεν την μαλώνω που δεν άνοιξα εγώ, δείχνει ‘παρμένη’- και προχωράμε στο ασανσέρ.

Ακολουθεί σκηνή γιατί η αδελφή μου θέλει να πάει από τις σκάλες ενώ εγώ και η μαμά από το ασανσέρ. Την αφήνει να πάει από τις σκάλες κι εμείς μπαίνουμε μέσα στο θάλαμο του ασανσέρ εκεί όπου η μαμά κάνει το λάθος να πατήσει το κουμπί του ορόφου μας. Μόλις φτάνουμε στον όροφο, την αναγκάζω να με σηκώσει να πατήσω το μηδέν να ξαναπάμε στο ισόγειο κι εκεί να πατήσω ΕΓΩ το κουμπί. Φτάνουμε έξω από την πόρτα μας. Περιμένει η αδελφή μου που ανέβηκε με τις σκάλες. Μου είναι παντελώς αδιάφορο ποιος θα ανοίξει την πόρτα- νιώθω λίγο κατάκοπος.

Η μαμά που έχει αφήσει κάτω τις τσάντες μας, την τσάντα της, τα μπουφάν μας και τις δύο σακούλες σουπερμάρκετ, ψάχνει να βρει στην τσάντα της τα κλειδιά. Εμείς τραγουδάμε ρυθμικά «Ψωμί-Παιδεία-Ελευθερία», από τα πιο ωραία τραγούδια που μάθαμε στο σχολείο, αν και το «Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του» παραμένει αξεπέραστο. Το τραγουδάμε κι αυτό. Τα επίπεδα ηλεκτρισμού της ατμόσφαιρας είναι ακόμα μεγαλύτερα από εκείνα της αιθαλομίχλης, μέχρι που ευτυχώς βρίσκει τα κλειδιά! Αρχίζοντας να συναισθανόμαστε ότι μάλλον δεν μας παίρνει άλλο, βγάζουμε για λίγα δευτερόλεπτα το σκασμό. Μπαίνουμε μέσα μαζί με τη μαμά και τα μπαγκάζια και ο ένας ζητάει νερό, ο άλλος φαγητό.

Για λίγο η μαμά εξαφανίζεται. Ψάχνουμε να τη βρούμε. Μπαίνει στο δωμάτιό της και κλείνει την πόρτα. Ίσως είναι εκνευρισμένη. Ή στεναχωρημένη. Για να την ευθυμήσουμε, της τραγουδάμε, με μια φωνή: «Χιόνια στο Καμπαναριό»… Κι επειδή μας φαίνεται λίγο άκυρο το τραγούδι γιατί έξω δεν έχει χιόνια, πιάνουμε αμέσως το «Κορόιδο Μουσολίνι». Μαντέψτε τι γίνεται μετά:

  • α) ανοίγουμε την πόρτα και βλέπουμε τη μαμά να κάνει γιόγκα. Μας κοιτάει με τα πιο κλειστά διαπεραστικά μάτια. Σκιαζόμαστε. Βάζουμε τα κλάματα.
  • β) η μαμά βγαίνει και τραγουδάει μαζί μας «δεν έχεις διόλου μπέσα…» Με ύφος Μποφίλιου. Σκιαζόμαστε. Βάζουμε τα κλάματα.
  • γ) ακολουθεί λιποθυμικό επεισόδιο της μαμάς.
  • δ) και τα τρία μαζί, όχι απαραίτητα με αυτή τη σειρά.
  • ε) και τα τρία μαζί, με αυτή τη σειρά.
Advertisements