Το «καλοκαιράκι»

Ντάξει, το βαρέθηκα. Όλο ζέστη, αέρας, ζέστη, αέρας, ερ κοντίσιον. Το αυτοκίνητο καίει, το κάθισμά μου καίει, το μεταλλικό της ζώνης καίει, η άμμος καίει, το νερό στο παγουρίνο καίει… Μην βγεις στο μπαλκόνι, έχει ζέστη. Μην κάθεσαι κοντά στο ερ κοντίσιον, θα κρυώσεις. Μην πάμε στις κούνιες πριν τις 8, έχει ήλιο… Κι όταν πέφτει ο ήλιος -αλήθεια πού βρίσκει και πέφτει- τι, πήγε 8; Άντε να μαζευόμαστε σιγά σιγά για ύπνο… Περνάμε υπέροχα. Τουλάχιστον τον χειμώνα, φτιάχναμε και κανά χιονάνθρωπο, σπάγαμε λίγο τη μέρα, πέρναγε η ώρα.

Έξω

Δεν καταλαβαίνω τι μπορεί να κάνει ένας μπέμπης 21 μηνών μέσα σε ένα σπίτι μήνα Μάιο με 30 βαθμούς Κελσίου… Να πλύνει τα πιάτα; Να μαζέψει τα χαλιά; Να βάλει μπουγάδα  στα μάλλινα; Θέλω κήπο, πάρκο, κούνιες non stop και να γυρίζουμε σπίτι το βράδυ. Θα μπορούσα να κοιμηθώ κι εκεί– αν δεν φοβόμουν μην μου πέσει το φεγγάρι στο κεφάλι και γίνω κίτρινος…

Το μπολ με τα δημητριακά

Λοιπόν, μαμά, για να συνεννοηθούμε: υπάρχει τομου έπεσε τα μπολ με τα δημητριακά κατά λάθος’, όπως και τοαναποδογύρισα το μπολ με τα δημητριακά επίτηδες’, ακόμα το ‘αναποδογύρισα το μπολ με τα δημητριακά και χόρεψα πάνω τους γιατί μου φάνηκε το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου’, ή το ‘αναποδογύρισα ξανά το καινούριο μπολ με τα καινούρια δημητριακά που μου ξαναέβαλες γιατί σπάω πλάκα να σε βλέπω να τα μαζεύεις ένα ένα από το πάτωμα και τα κρόσσια των χαλιών’ και, κυρίως, τοθα αναποδογυρίζω όσες φορές θέλω και όπου θέλω το μπολ με τα δημητριακά γιατί, frankly, σκέφτεσαι τίποτα καλύτερο για τα απογεύματα που σαν σκύλος τρίβομαι στην πόρτα και κανείς δεν με πάει βόλτα στις κούνιες;’ Εκτός, πάλι, αν προτιμάς head banging.

I didn’t think so.