Ένας υπέροχος κόσμος

Ο κόσμος μας θα ήταν πολύ καλύτερος αν δεν υπήρχαν ώρες φαγητού, αν οι πρίζες δεν είχαν ασφάλειες, αν σκουπιζόμασταν μόνο στα μανίκια και τον καναπέ, αν τα i-pads είχαν κουμπιά, αν τρώγαμε από κάτω ό,τι τρώγεται και ό,τι δεν τρώγεται, αν η βραδινή ώρα του ύπνου ήταν το πρωί, αν μιλούσαμε για πρώτη φορά στα δέκα, αν η αδελφή μας πήγαινε εσωτερική σε παιδικό σταθμό της Ελβετίας, αν το χερούλι της πόρτας κόνταινε και βγαίναμε επιτέλους από το σπίτι…

Τι φοβάμαι

Το πιστολάκι για τα μαλλιά, το σκοτάδι, ένα κόσμο χωρίς κουμπιά, την ηλεκτρική σκούπα, τα γεμάτα πιάτα, τα ζιβάγκο, τις μεγάλες προτάσεις, ένα συγυρισμένο δωμάτιο, τις δύσκολες λέξεις, την τσουλήθρα, την ώρα του ύπνου.

Άρρωστος

Τα κατάφερα. Αρρώστησα κι εγώ, που θα πει:

  • βραδινός ύπνος στο διπλό με τη μαμά (οκ!) και τον μπαμπά στο καναπέ (super!)
  • επίσημη αφαγία
  • ξεκάλτσωτος για 5 ολόκληρα λεπτά
  • bonus χρόνο αγκαλιάς
  • την αδελφή μου σε δεύτερο πλάνο
  • τύψεις γονιών που μου φωνάζουν επειδή έχυσα τον καφέ ή οτιδήποτε αν χύνεται
  • full time παιδικά- αν μου άρεσαν
  • extra πάτημα κουμπιών φούρνου μικροκυμάτων και συμβατικού φούρνου μαζί
  • απεριόριστο χρόνο αποενοχοποιημένης γκρίνιας
  • πιπίλα, πιπίλα, πιπίλα

Θα ήθελα τόσο πολύ να πω στους γονείς μου να μην στεναχωριούνται που είμαι άρρωστος- που αλλού θα βρω όμως δωρεάν κλόουν σε πρωινή, λαϊκή απογευματινή και διανυκτερεύουσα βάρδια; Και, μάλιστα, στον χώρο μου;

Τώρα

Θέλω να πατήσω το κουμπί του απορροφητήρα. Θέλω να ανοίξω το πορτάκι του φούρνου μικροκυμάτων. Θέλω να μπω στην κατάψυξη. Θέλω να βάλω στην πρίζα τον βραστήρα.  Θέλω να πατήσω το κουδούνι. Χωρίς να βγω έξω απο το σπίτι. Θέλω να ανοίξω μια βρύση. Μια οποιαδήποτε βρύση. Τώρα όμως.

Γλυκά αποκοιμήθηκα

Χθες το βράδυ με το μυαλό κολλημένο στο ποιο θα ήταν το πρώτο κουμπί που θα πάταγα αμέσως μόλις ξυπνούσα παραδόθηκα στον πιο γλυκό ύπνο… Η μαμά ακόμα πιστεύει πως με κοιμίζει εκείνη με το ‘θα κεντήσω πάνω στου αλόγου σου τη σέλα’… Ξύπνα μαμά. Είναι 2012.