Το πρώτο μπάνιο

Φτυαράκια, κουβαδάκια, τσουγκράνες παραμερίστε για να περάσω…/ Μην παραμερίζετε και πολύ, δεν είμαι σίγουρος ότι θέλω να μπω./ Μου πέφτει το μαγιό./ Θέλω τσίσα -ας μου φορέσει κάποιος τη πάνα πάνω από το μαγιό για να τα κάνω. Καλά, θα τα κρατήσω./ Αλήθεια τώρα, ποιος είπε ότι το νερό της θάλασσας δεν πίνεται;/ Γιατί φοράω μόνο εγώ μπρατσάκια; Βγάλτε τα μου. Μάλλον, φορέστε όλοι τώρα μπρατσάκια! Καλά, τα βγάζω… Δεν βγαίνουν- Θα τα κρατήσω./ Η άμμος είναι η καινούρια θάλασσα./ Δεν θέλω καπέλο. Θα το κάνω κουβαδάκι./ Που είναι οι φάλαινες; Έστω οι φώκιες;/ Είμαι μια κινούμενη άμμος./ Ας οργανωθούμε, βρε παιδιά, να φτιάξουμε έναν πύργο της προκοπής./ Γιατί τόσες ξαπλώστρες; Όποιος θέλει να κοιμηθεί, ας καθόταν σπίτι του./ Τρώω άμμο με φράουλες./ Το πρώτο μπάνιο είναι μια αποτυχία- όπως όλα τα πρώτα.

Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, θάλασσα είναι η τιμωρία που στέλνουν τα άτακτα παιδιά για να σκεφτούν για τρία λεπτά τη ζημιά που έκαναν. Και τα ξεχνούν για κάνα τρίωρο.

Τόσες πολλές πέτρες…

…τόσος λίγος χρόνος! Τα λένε βότσαλα αλλά είναι πέτρες. Ένα τεράστιο λιβάδι από πέτρες και στο βάθος θάλασσα. Δεν ακούω, δεν μιλάω, μόνο βλέπω πέτρες σε όλα τα σχήματα και σε όλα τα μεγέθη. Γεμίζω χούφτες και πετάω με δύναμη τις πέτρες πάνω στις πέτρες. Σκάβω με το φτυάρι και βρίσκω κι άλλες- είναι παντού. Γεμίζω το κουβαδάκι και τις αδειάζω παραδίπλα, ξανά και ξανά. Ο ήχος της πέτρας όταν πέφτει στην πέτρα είναι μαγικός.

Φεύγουμε. Μέχρι την επόμενη φορά θα κοιμάμαι και θα ξυπνάω με τον τρόμο μήπως, όταν ξανάρθουμε, οι πέτρες έχουν κάνει φτερά.