Ούτε κιχ

Απόλυτη ησυχία. Οι γονείς μου νιώθουν τόσο ευτυχισμένοι που ενώ στο πίσω, στο μπροστά και στο γύρω-γύρω μέρος του μυαλού τους ξέρουν πως είναι ανησυχητική, αφήνονται στη σιωπηλή μελωδία της και παρακαλούν να κρατήσει λίγο ακόμα… Μέγα λάθος! Θα έπρεπε να (με) ξέρουν καλύτερα! Γιατί τα τελευταία 5 λεπτά βρίσκομαι στο μπαλκόνι και

  • Έχω αδειάσει όλη σχεδόν τη γλάστρα από το χώμα της στο πάτωμα.
  • Το χώμα αυτό βρίσκεται πια στα μαλλιά μου, στα νύχια μου, στην πάνα μου, στις τσέπες μου, στο στόμα μου.
  • Έχω ανέβει στο τραπέζι του μπαλκονιού, αφού ανέβηκα στην καρέκλα και πειράζω κάτι χαζά φυτά που τα λένε κακτάκια. Δεν τσιμπάνε τόσο όσο μου έχουν απαγορεύσει να τα αγγίζω.
  • Έχω ανοίξει τη βρύση μετατρέποντας το πεσμένο χώμα σε λάσπη. Την  πατάω και πέφτω… Δεν πόνεσα. Είμαι καφέ.
  • Διπλώνομαι στο λάστιχο και πέφτω. Δεν πόνεσα. Το λάστιχο, μπορεί.
  • Τώρα θα κλάψω.
  • Όλα τα παραπάνω.

Συμπέρασμα: Ποτέ γονιός δεν είδε καλό από παρατεταμένη, απόλυτη ησυχία. Ή αλλιώς: αγαπητοί γονείς, όταν η σιωπή σας φαίνεται ύποπτη, είναι.

Advertisements

Το ερωτηματολόγιο του Μπέμπη, Part 2

  1. Ποιο είναι το βασικό γνώρισμα του χαρακτήρα σου; Η φλυαρία μου.
  2. Με ποια ιστορική προσωπικότητα ταυτίζεσαι περισσότερο; Με τον Γκάντι Μπερ.
  3. Πότε έκλαψες για τελευταία φορά και γιατί; Τώρα. Έτσι.
  4. Η εικόνα σου για την απόλυτη ευτυχία; Γυμνές πατούσες σε κρύο πάτωμα.
  5. Ποιο τραγούδι σφυρίζεις στο ντους; Το «Ο Γιάννης ο φονιάς».
  6. Ποια θεωρείς τη μεγαλύτερη επιτυχία σου; Βγάζω στους άλλους τον καλύτερο εαυτό τους. Πάντα.
  7. Ποιο ελάττωμά σου απεχθάνεσαι; Τις φωνές τους.
  8. Σε ποια πνευματική κατάσταση βρίσκεσαι αυτόν τον καιρό. Καταστροφής. Δημιουργικής, πάντα.
  9. Ποιο είναι το αγαπημένο σου μότο (2): «Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσει η αδελφή σου.»

Το μπάνιο

Θέλω να κάνω μπάνιο. Χωρίς να βραχώ. Χωρίς να βγάλω τα ρούχα. Χωρίς να μπω στη μπανιέρα. Στη μπανιέρα, 10’ μετά: Κάνω μπάνιο. Γύρω μου παπάκια και πολύχρωμα ποτηράκια που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο. Γεμίζω το κόκκινο και πίνω νερό. Έχει αλλιώτικη γεύση. Ωραία. 15’ μετά: Με είδανε. Φωνάζουν, θέλουν να τους δώσω; Μου παίρνουν τα ποτήρια. Η μαμά μου φέρνει νερό από την κουζίνα. Δεν θέλω νερό απ’ την κουζίνα! Θέλω να πιω το νερό αυτής της μπανιέρας, σε αυτά τα ποτήρια! 20’ μετά: Με ξεβγάζουν με ένα χαλασμένο τηλέφωνο που δεν χτυπάει ποτέ. Μου βάζουν σαμπουάν χωρίς δάκρυα- κλαίω χωρίς αύριο. Στο σαλόνι, 30’ μετά: Καθαρός πια, κυλιέμαι στο πάτωμα.

Αντίο πιπίλα

Τις φορές που κλαίω, φωνάζω, πετάω κάτω τα παιχνίδια, αλλάζω κανάλια ή κλείνω την τηλεόραση, κατεβάζω τα βιβλία από τη βιβλιοθήκη, αναποδογυρίζω τα μπολ με τα δημητριακά και το γάλα στο χαλί ή βάφω με μαρκαδόρο τη γλώσσα μου, η μαμά αναζητά σαν τρελή μία πιπίλα, ψάχνει κάτω από μαξιλάρια και χαλιά, σε συρτάρια, στις τσέπες της ή στο ψυγείο κι όταν την βρίσκει μου τη βάζει γρήγορα στο στόμα και την κρατά εκεί με το χέρι της, ανακουφισμένη και γαλήνια. Αυτό που με προβληματίζει τώρα λοιπόν που ήρθε η ώρα να κόψω κι εγώ την πιπίλα είναι ποιος το λέει στη μαμά μου…