Μέσα στο ημίφως, ως συνήθως

Κάποιες φορές –όλες τις φορές- αφού με βάλουν στο κρεβάτι μου, μου διαβάσουν παραμύθι, ξαναπούμε τα νέα της ημέρας, μου κρατήσουν το χέρι, με φιλήσουν και με καληνυχτίσουν, σηκώνομαι μετά από λίγο και πλησιάζω την ημίκλειστη πόρτα του δωματίου τους. Στέκομαι εκεί, στη χαραμάδα, ήσυχος για πολλή ώρα και έχω μόνο ένα στόχο. Να τους σπάσω το ηθικό. Να τους λυγίσω. Χωρίς να μπαίνω μέσα, γιατί μου το έχουν απαγορεύσει, ακούω διάφορα –και καλά χαμηλοφώνως- και όλα προς τη σωστή κατεύθυνση για την εξυπηρέτηση των στόχων μου. Μαμά: «Τι κάνει εκεί τώρα;» Μπαμπάς: «Άστον, μην του δίνεις σημασία, θα φύγει». Εννοείται ότι δεν το κουνάω ρούπι. Μετά από λίγο… Μαμά: «Ακόμα εκεί είναι. Μήπως έχει κάτι το παιδί…» Μπαμπάς: «Αγνόησέ τον». Εγώ, από μέσα μου: «Ε, βέβαια, εσύ με είχες 9 μήνες στην κοιλιά σου;» Δεν καταθέτεις τα όπλα. Εξάλλου, αλλού ποντάρεις: στο ολέθριο σφάλμα που θα τους στοιχίσει έναν ακόμα άνετο ύπνο. Μαμά: «Να του μιλήσω;» Μπαμπάς: «ΌΧΙ». Ακόμα, δεν τα μπήγεις. Είπαμε, περιμένεις. Και το ολέθριο σφάλμα γίνεται, φυσικά από τη μαμά και λέγεται: EYE CONTACT. Το βλέμμα της συναντιέται μέσα από την ημίκλειστη πόρτα και μέσα στο ημίφως με το δικό σου. Αυτό ήταν. Τα μάτια σου πετάνε σπίθες. Σπρώχνεις την πόρτα θεαματικά και μπουκάρεις. Τα μπήγεις. Ανεβαίνεις στο κρεβάτι από τη μεριά της μαμάς. Κλαις σταθερά και απαρηγόρητα. Πια, λυγίζει και ο μπαμπάς. Σε βάζουν ανάμεσα. Το μόνο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις τώρα είναι να νανουριστείς με δανέζικα γιατί σε αυτό το δωμάτιο αυτήν την ώρα βλέπουν The Κilling.

Για μεγιστοποίηση λοιπόν της απόδοσης του κλάματός σου –αυτός δεν είναι και ο σκοπός του, η απόδοση;- πάρε κάποια tips χειριστικής συμπεριφοράς και εφάρμοσέ τα τυφλοσούρτη:

  • Χτύπα στα πιο βαθιά τους ενοχικά.
  • Πόνταρε πάντα στη μάνα.
  • Φυσικά και θέλεις τον οίκτο τους.
  • Κράτα το καλύτερο κλάμα για το τέλος.
  • Κάντο να φανεί σαν δική τους απόφαση.
  • Κάντο να φανεί σαν να μην έχουν άλλη επιλογή. Δεν έχουν άλλη επιλογή.
  • Κάνε να φαίνεται όλο αυτό σαν μία εξαίρεση, ενώ είναι ο κανόνας.
  • Κάνε τους, τελικά, να αισθανθούν ωραία με τη συνείδησή τους.
  • Και, κάτι ακόμα: Γελάει καλύτερα, όποιος κλαίει τελευταίος.

υγ. Αυτό με την τηλεόραση στην κρεβατοκάμαρα, ας μην το κάνουμε θέμα…

Ο δωδεκάλογος του Γιάννη

  1. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορείς να καταφέρεις μ’ ένα δυνατό και παρατεταμένο κλάμα.
  2. Μπορείς πάντα να φας ένα μπισκότο ακόμα.
  3. Το ‘τώρα’ είναι το νέο ‘μετά’!
  4. Ξέρεις πολύ καλύτερα από όλους τι πάει με τι. Μην το ξεχνάς την επόμενη φορά που θα συνδυάσεις παντελόνι πιτζάμας, με κοντομάνικο, μπουφάν και ροζ κάλτσες.
  5. Όταν πίνεις νερό, βεβαιώσου ότι φτύνεις μία -αρκετά μεγάλη- γουλιά στο πάτωμα. Για εφέ.
  6. Βιβλία είναι ένα παιχνίδι που πρέπει να φτάσεις από το εξώφυλλο στο οπισθόφυλλο γυρνώντας όσο πιο γρήγορα μπορείς τις σελίδες. Μετά, πρέπει να το πετάξεις μακριά. Κερδίζει αυτός που το θα το πετάξει μακρύτερα. Επαναλαμβάνεις όσο χρειάζεται.
  7. Όλα είναι θέμα στρατηγικής.
  8. Υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορείς να κερδίσεις και με το γέλιο- σαφώς λιγότερα από αυτά που κερδίζονται με το κλάμα.
  9. Μην αναβάλλεις ποτέ για αύριο τις ζημιές που μπορείς να κάνεις σήμερα.
  10. Υπάρχουν στιγμές μέσα στη μέρα που ο αντίπαλος έχει λυγίσει. Δράσε ανενόχλητος.
  11. Μπροστά σε τρίτους, προσπάθησε να δείχνεις καλός -κάνε τους γονείς σου να φαίνονται χαζοί.
  12. Όταν κάθεσαι στο καρεκλάκι του αυτοκινήτου, απαίτησε να σου κρατούν το χέρι. Αν δεν μπορούν, μίλησέ τους για τον Τιραμόλα.
  13. Είναι ή εσύ ή εκείνοι. 

(Δεκατρία. Να τ’ αφήσω; Τ’αφήνω.)

Το ρολόι

Μερικές φορές, όταν βάζω τις φωνές, κλαίω ή πετάω ό,τι βρίσκω μπροστά μου στο πάτωμα, η μαμά αντί να βάλει κι εκείνη τις φωνές, να κλάψει ή να πετάξει ό,τι βρει μπροστά της στο πάτωμα όπως συνηθίζει, κοιτάει σιωπηλά κι επίμονα το ρολόι, σκεφτική. Εύχομαι να μην υπολογίζει από μέσα της πόσες ώρες απομένουν μέχρι τον βραδινό μου ύπνο…

Αλήθειες

Έχω πια κι εγώ καταλήξει. Καλώδια, διακόπτες, κοντρόλ, κλάμα, κλειδιά, γλείψιμο τζαμιών, βγάλσιμο κάλτσας, χτύπημα του κεφαλιού στο πάτωμα, άνοιγμα κατάψυξης, μια ολόκληρη μέρα αφαγίας: οι μεγαλύτερες απολαύσεις της ζωής είναι απαγορευμένες.

Ξύπναγα πρωί, χαράματα

Μόλις ξύπνησα. Θέλω να κλάψω. Κλαίω. Κανείς δεν συγκινείται. Θα κλάψω πιο δυνατά. Κάποιος φωνάζει το όνομά μου. Χαμηλώνω την ένταση για να ακούσω. Η μαμά ήταν «μπέμπη, νάνι» λέει- σ’ αυτό το σπίτι μιλάνε ακόμα μωρουδίστικα! Αν στα επόμενα πέντε δευτερόλεπτα δεν έχει έρθει κανείς να με πάρει από αυτή την κούνια, θα κάνω το κόλπο με το βραχνιασμένο κλάμα. Ωραία, ξύπνησα και την αδελφή μου. Πάμε όλοι μαζί: «Θέλω τη μαμά μουυυυυυυυ»η αδελφή μου, βραχνιασμένο κλάμα εγώ. Δεν περνάει λεπτό χωρίς να υπενθυμίζουμε στους γονείς μας πόσο τυχεροί είναι που μας έκαναν.