Με τέτοια που χω ψυχολογία

Να, εδώ, μωρέ… μου κόψανε τις πιπίλες. Ακολουθεί περιγραφή των σταδίων που πέρασα κι ακόμα περνάω. Αισθανθείτε ελεύθεροι να με λυπηθείτε όσο θέλετε.

Στιγμή μηδέν: Βάζεις τις πιπίλες σ’ έναν φάκελο και τις αφήνεις στο μπαλκόνι, να τις πάρει η Νεράιδα των Πιπίλων (WTF!) και να σου αφήσει ένα δώρο. Μπαίνεις στο σπίτι.

Μετά από ένα 5λεπτο: Ξαναβγαίνεις στο μπαλκόνι, βρίσκεις το δώρο, μπαίνεις μέσα, το παίζεις.

Μετά από ένα τέταρτο: Έπαιξες με το καινούριο παιχνίδι, ΠΟΥ είναι τώρα οι πιπίλες ΣΟΥ;;; Παίρνεις χαμπάρι ότι δεν ήθελαν απλώς να σου πάρουν τις πιπίλες. Ήθελαν να το παρουσιάσουν ότι ήταν δική σου απόφαση. Να σε κάνουν συνεργό. Ήταν παγίδα. Γίνεσαι ενοχικός.

Μετά από μια ώρα: Έχεις φάει ήδη τρία σοκολατάκια, πήγες δύο φορές στις κούνιες και γύρισες και φυσικά βλέπεις Μικρό Νικόλα στον υπολογιστή: σου λείπουν αφόρητα. Θυμώνεις. Θυμώνεις μια κουβέντα είναι. Γυρίζει το μάτι σου.

Μεσημέρι: Είσαι στο στάδιο της άρνησης. Ψάχνεις κάτω από κρεβάτια, καναπέδες και χαλιά, μέσα σε συρτάρια, ψυγείο, κατάψυξη και πλυντήρια. Δεν κοιμάσαι ποτέ.

Μετά από μισή μέρα: Και, που είστε, γονείς, μην προσπαθείτε τόσο πολύ να μου αποσπάσετε την προσοχή. Η προσπάθεια σας κάνει μπαμ, είναι αναποτελεσματική –αν και όχι πάντα, βλέπε σοκολατάκια, 3 φορές βόλτα στις κούνιες, άπειρο Μικρό Νικόλα- και κυρίως μου θυμίζει απελπισμένα αυτό που μου λείπει.

Ώρα για βραδινό ύπνο: Συντετριμμένος.

Πρωί επόμενης μέρας: Ξυπνάς. Δεν ήταν ένα κακό όνειρο. Είσαι 24 ώρες χωρίς πιπίλα. Που να είναι τώρα;;; Κλαις. Κλαις μια κουβέντα είναι. Σπαράζεις.

Απόγευμα επόμενης μέρας: Ψιλοαρχίζεις να συνειδητοποιείς ότι θα ζεις από εδώ και πέρα χωρίς πιπίλα. Καθώς για πρώτη φορά περνά από το μυαλό σου αυτό το ενδεχόμενο, πέφτεις στο πάτωμα και γίνεσαι κομμάτια.

Δυο μέρες μετά. Συμβιβάζεσαι με την ιδέα ότι δεν θα τις ξαναδείς και περνάς στο στάδιο του πένθους. Το αντιμετωπίζεις με την αξιοπρέπεια που αρμόζει στην περίσταση: κλαις μέχρι αηδίας.

Δυόμιση μέρες μετά: Παίρνει το αυτί σου διάλογο γονιών: «Πάντως δεν το έχει πάρει και πολύ βαριά…». «Κι εγώ νομίζω ότι σιγά σιγά θα το ξεπεράσει». Ξανακυλιέσαι στο πάτωμα, χτυπάς τις πόρτες, πέφτεις στους τοίχους, τους ρίχνεις ξύλο. Πλάκα σου κάνουν;

Τρεις μέρες μετά, πρωί: Όχι, πίστεψέ με, δεν είσαι καταθλιπτικός. Δεν έχεις κανένα λόγο να σηκωθείς από το κρεβάτι. Η κατάσταση σηκώνει κατάθλιψη.

Τέσσερις μέρες μετά: Κάθε μέρα που περνάει είναι μια ακόμα μέρα χωρίς πιπίλα. Αυτό μόνο.

Πέντε μέρες μετά: Σε πιάνουν κρίσεις πανικού, ξεσπάς αδικαιολόγητα σε υστερικό κλάμα, έχεις αγοραφοβία. Έγινε πια ψυχοσωματικό.

Έξι μέρες μετά: Δεν θα περάσει. Ποτέ δεν περνάει.

Μια εβδομάδα μετά: Μια μέρα με κάπως λιγότερα συμπτώματα στέρησης. Φοβάσαι όμως μήπως ξανακυλήσεις. Θα ξανακυλήσεις.

Εφτάμιση μέρες μετά: Σμπαράλια.

8 μέρες μετά: Ξεκινάς να καταθέτεις τα όπλα σου. Ζητάς τις πιπίλες 5-6 μόνο φορές την ημέρα, ξεψυχισμένα, χωρίς να επιμένεις. Συνεχίζεις με τις συνήθεις δραστηριότητές σου, χωρίς να ελπίζεις. Εντάξει ας πούμε ότι κέρδισες και κάτι. Έκοψες τον μεσημεριανό ύπνο. Και κοιμάσαι στις 12 το βράδυ.

9 μέρες μετά: Φοβάσαι ότι δεν θα ξανααγαπήσεις.

10 μέρες μετά: Μα από όλα περισσότερο αυτό που σε πειράζει είναι την απουσία τους πως πας να συνηθίσεις, πως πας να συνηθίσεις…

11 μέρες μετά: Κουρασμένος και ηττημένος. Αυτή τη φορά δεν έχασες μόνο τη  μάχη. Έχασες και τον πόλεμο.

Οι νύχτες, από εδώ και πέρα: Νύχτωσε νύχτα νύχτωσε και σκέπασέ με, νύχτωσε νύχτα νύχτωσε και παρηγόρησέ με…

Ακόμα πιο μετά: Θα περάσει. Πάντα περνάει…

Μέσα στο ημίφως, ως συνήθως

Κάποιες φορές –όλες τις φορές- αφού με βάλουν στο κρεβάτι μου, μου διαβάσουν παραμύθι, ξαναπούμε τα νέα της ημέρας, μου κρατήσουν το χέρι, με φιλήσουν και με καληνυχτίσουν, σηκώνομαι μετά από λίγο και πλησιάζω την ημίκλειστη πόρτα του δωματίου τους. Στέκομαι εκεί, στη χαραμάδα, ήσυχος για πολλή ώρα και έχω μόνο ένα στόχο. Να τους σπάσω το ηθικό. Να τους λυγίσω. Χωρίς να μπαίνω μέσα, γιατί μου το έχουν απαγορεύσει, ακούω διάφορα –και καλά χαμηλοφώνως- και όλα προς τη σωστή κατεύθυνση για την εξυπηρέτηση των στόχων μου. Μαμά: «Τι κάνει εκεί τώρα;» Μπαμπάς: «Άστον, μην του δίνεις σημασία, θα φύγει». Εννοείται ότι δεν το κουνάω ρούπι. Μετά από λίγο… Μαμά: «Ακόμα εκεί είναι. Μήπως έχει κάτι το παιδί…» Μπαμπάς: «Αγνόησέ τον». Εγώ, από μέσα μου: «Ε, βέβαια, εσύ με είχες 9 μήνες στην κοιλιά σου;» Δεν καταθέτεις τα όπλα. Εξάλλου, αλλού ποντάρεις: στο ολέθριο σφάλμα που θα τους στοιχίσει έναν ακόμα άνετο ύπνο. Μαμά: «Να του μιλήσω;» Μπαμπάς: «ΌΧΙ». Ακόμα, δεν τα μπήγεις. Είπαμε, περιμένεις. Και το ολέθριο σφάλμα γίνεται, φυσικά από τη μαμά και λέγεται: EYE CONTACT. Το βλέμμα της συναντιέται μέσα από την ημίκλειστη πόρτα και μέσα στο ημίφως με το δικό σου. Αυτό ήταν. Τα μάτια σου πετάνε σπίθες. Σπρώχνεις την πόρτα θεαματικά και μπουκάρεις. Τα μπήγεις. Ανεβαίνεις στο κρεβάτι από τη μεριά της μαμάς. Κλαις σταθερά και απαρηγόρητα. Πια, λυγίζει και ο μπαμπάς. Σε βάζουν ανάμεσα. Το μόνο τίμημα που πρέπει να πληρώσεις τώρα είναι να νανουριστείς με δανέζικα γιατί σε αυτό το δωμάτιο αυτήν την ώρα βλέπουν The Κilling.

Για μεγιστοποίηση λοιπόν της απόδοσης του κλάματός σου –αυτός δεν είναι και ο σκοπός του, η απόδοση;- πάρε κάποια tips χειριστικής συμπεριφοράς και εφάρμοσέ τα τυφλοσούρτη:

  • Χτύπα στα πιο βαθιά τους ενοχικά.
  • Πόνταρε πάντα στη μάνα.
  • Φυσικά και θέλεις τον οίκτο τους.
  • Κράτα το καλύτερο κλάμα για το τέλος.
  • Κάντο να φανεί σαν δική τους απόφαση.
  • Κάντο να φανεί σαν να μην έχουν άλλη επιλογή. Δεν έχουν άλλη επιλογή.
  • Κάνε να φαίνεται όλο αυτό σαν μία εξαίρεση, ενώ είναι ο κανόνας.
  • Κάνε τους, τελικά, να αισθανθούν ωραία με τη συνείδησή τους.
  • Και, κάτι ακόμα: Γελάει καλύτερα, όποιος κλαίει τελευταίος.

υγ. Αυτό με την τηλεόραση στην κρεβατοκάμαρα, ας μην το κάνουμε θέμα…