Μίλα

Όλοι στην οικογένεια έχουν λυσσάξει να μιλήσω. Και πες νε-ρό μπέμπη, πες μπι-σκό-το, πες τυ-ρι… Πρώτον, θα μιλήσω όταν θέλω να μιλήσω. Δεύτερον, πιστεύω σε ένα φυσικό τρόπο επικοινωνίας των ανθρώπων με νεύματα, άναρθρες κραυγές, σήματα μορς και παντομίμα. Ίσως και τυφλόμυγα.

 

Το σίδερο

Θέλω να σιδερώσω. Δηλαδή θέλω να σιδερώσω στην αληθινή σιδερώστρα με το ψεύτικο σίδερο. Θέλω να σιδερώσω τα παιχνίδια μου. Θέλω να σιδερώσω πάνω στην αληθινή σιδερώστρα τη ψεύτικη σιδερώστρα. Θα μπουρούσα να θέλω να σιδερώσω και το σίδερο, αλλά ακόμα δεν έχω βρει πως. Μ’ αρέσει το σιδέρωμα. Σχεδόν όσο μ’ αρέσει και η μπουγάδα.

Όχι άλλο παιδότοπο

Καταλαβαίνω όλους όσους μισούν τους παιδότοπους. Όταν μπαίνεις σε έναν τέτοιο χώρο σχεδόν ακούς από τα μεγάφωνα: «Απαγορεύεται η είσοδος σε όποιον δεν έχει, δεν σκοπεύει ή δεν έχει έστω και μία φορά σκεφτεί να κάνει παιδιά». Καμιά φορά νομίζω πως η συγκέντρωση ανά τετραγωνικό μέτρο γονέα- παιδιού στον παιδότοπο αγγίζει τη συγκέντρωση της Κίνας σε Κινέζο.  Αν ερχόταν τουλάχιστον μια καμηλοπάρδαλη, ένας πυροσβέστης, η Χιονάτη ή η Τάμτα…  Ας το παραδεχτούμε: το πρόβλημα με τους παιδότοπους είναι ότι πρέπει να ανέχεσαι τα παιδιά, τους γονείς τους και κανέναν άλλον.

Στην παιδική χαρά

Από όλα τα παιχνίδια της παιδικής χαράς προτιμώ την τσουλήθρα. Την τσουλήθρα την κάνω από την πλευρά της σκάλας. Τσουλήθρα σημαίνει να ανεβοκατεβαίνεις τα σκαλιά της τσουλήθρας. Οι γονείς μου, μόλις ανέβω όλα τα σκαλιά, με σπρώχνουν να τσουλήσω σε κάτι που γλυστράει. Εγώ βέβαια τρέχω να κατέβω τα σκαλιά για να τα ξαναανέβω μετά και τους βλέπω να τρέχουν σαν τρελοί να με πιάσουν για να μην γκρεμοτσακιστώ, όπως λένε. Έτσι, αυτό το παιχνίδι αποκτά πολύ ενδιαφέρον. Το μόνο που δεν έχω ακόμα καταλάβει είναι γιατί το λένε τσουλήθρα.